Εκτύπωση

Πανίδα

 

Η πανίδα της περιοχής είναι ιδιαίτερα πλούσια, με πολλά είδη που, αν και δεν είναι γνωστά στο ευρύ κοινό, έχουν ιδιαίτερη επιστημονική και βιογεωγραφική αξία.

Ορισμένα από τα είδη ζώων που απαντούν στην περιοχή περιλαμβάνονται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ, ενώ άλλα περιέχονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλόζωων, στη Σύμβαση της Βέρνης για τη διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης (1979) και στο Προεδρικό Διάταγμα 67/1981.

Συνολικά, η προστατευόμενη περιοχή του Εθνικού Πάρκου Χελμού- Βουραϊκού παρουσιάζει εξαιρετικό οικολογικό ενδιαφέρον αφού αποτελείται από ένα σύμπλεγμα τύπων οικοτόπων ευρωπαϊκού και μεσογειακού ενδιαφέροντος, στον οποίο ενδημούν και αναπαράγονται πολλά και σημαντικά είδη πανίδας.

A.         ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ

Β.         ΙΧΘΥΕΣ ΓΛΥΚΕΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Γ.         ΑΜΦΙΒΙΑ

Δ.         ΕΡΠΕΤΑ

Ε.         ΠΤΗΝΑ

ΣΤ.         ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

i.         ΜΕΣΑΙΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

ii.         ΜΙΚΡΟΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

iii.         ΧΕΙΡΟΠΤΕΡΑ


Α. ΑΣΠΟΝΔΥΛΑ

Τα ασπόνδυλα αποτελούν τη μεγαλύτερη ζωική ομάδα, με πάνω από 1.000.000 είδη παγκοσμίως, η οποία περιλαμβάνει πολυπληθείς επιμέρους κατηγορίες ζώων. Το χαρακτηριστικό που είναι κοινό μεταξύ όλων των ασπόνδυλων είναι η απουσία σπονδυλικής στήλης, αυτή είναι η διάκριση μεταξύ ασπόνδυλων και σπονδυλωτών.

Ο αριθμός των ειδών ασπονδύλων που έχουν καταγραφεί στην Ελλάδα είναι περίπου 27.000, από τα οποία περίπου 4.000 είναι ενδημικά της Ελλάδας, δηλαδή υπάρχουν μόνο στην Ελλάδα και πουθενά αλλού στον κόσμο. Υπολογίζεται όμως ότι πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον 15.000 είδη ακόμη που δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί. Οι ελλείψεις αυτές οφείλονται κυρίως στο ότι η πανίδα της Ελλάδας έχει μελετηθεί σποραδικά από ξένους κυρίως επιστήμονες και η βιβλιογραφία βρίσκεται διασπαρμένη σε πολλά μέρη και ορισμένες φορές σε δυσεύρετα περιοδικά (Λεγάκις & Μαραγκού, 2009).

Ο αριθμός των ασπονδύλων της Ελλάδας είναι πολύ μεγάλος σε σχέση με την έκτασή της. Σε μερικές ομάδες, ο αριθμός ειδών ανά τ.χλμ. είναι ο υψηλότερος στην Ευρώπη.

Όντας ζώα, τα ασπόνδυλα είναι θηρευτές, και συντηρούνται με την κατανάλωση άλλων οργανισμών. Τα ασπόνδυλα χωρίζονται σε έξι υποκατηγορίες: Σκώληκες, Αρθρόποδα, Μαλάκια, Σπόγγοι, Εχινόδερμα και Κνιδόζωα. Φυσικά, στην περιοχή του Εθνικού Πάρκου δεν απαντώνται όλες αυτές οι κατηγορίες. Μέχρι στιγμής έχουν καταγραφεί κάποια, αλλά θεωρείται ότι είναι πολύ λίγα είδη σε σχέση με αυτά που πρέπει να υπάρχουν.

Στον Πίνακα που ακολουθεί παρουσιάζονται αναλυτικά τα σημαντικότερα είδη που εμφανίζονται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔΧΒ. Σε αυτόν περιλαμβάνονται είδη ασπονδύλων του Παραρτήματος ΙΙ και ΙV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ που απαντούν στην περιοχή, όπως προκύπτει από τη βιβλιογραφία, από έρευνα πεδίου, καθώς και τα είδη που ανήκουν σε κάποια από τις κατηγορίες κινδύνου των καταλόγων της IUCN.


 

α/α

Επιστημονικό Όνομα

Οδηγία 92/43 ΕΟΚ

Ελληνικό Κόκκινο Βιβλίο

IUCN Red List

Ενδημικό

1

Aptinus lugubris

+

2

Carabus merlini

+

3

Cerambyx cerdo

II/IV

VU

4

Cymindis corax

+

5

Laemostenus peloponnesiacus

+

6

Lucanus cervus

II

7

Morimus funereus

II

VU

8

Ophonus taygetanus

+

9

Pedinus affinis reitteri

+

10

Procerus duponcheli

+

11

Tapinopterus imperialis

+

12

Polyommatus iphigenia

EN

+

13

Callimorpha quadripunctaria*

II

14

Eriogaster catax

II/IV

DD

15

Maculinea arion

V

LR/NT

16

Papilio alexanor

IV

17

Parnassius apollo

IV

VU

18

Parnassius mnemosyne

IV

19

Pseudophilotes bavius

II/IV

20

Turanana endymion

CR

21

Zerynthia polyxena

IV

22

Dolichopoda matsakisi

+

23

Oropodis machelmosi

+

24

Platycleis chelmos

+

25

Bythinella charpentieri

+

26

Radomaniola seminula

+

27

Albinaria arcadica

+

28

Albinaria broemmei

CR

+

29

Codringtonia eucineta

VU

VU

+

30

Codringtonia intusplicata

VU

VU

+

31

Armadillidium kuehnelti

+

32

Armadillidium peloponnesiacum

+

33

Armadillidium tripolitzense

+

34

Ligidium beieri

+

35

Porcellio nasutus

+

36

Porcellio peloponnesius

+

Ι: Παράρτημα Ι

ΙΙ: Παράρτημα ΙΙ

ΙΙΙ: Παράρτημα ΙΙΙ

IV: Παράρτημα IV

V: Παράρτημα V

*: Είδη προτεραιότητας για την Ευρωπαϊκή Ένωση

CR: Κρισίμως κινδυνεύοντα είδη

EN: Κινδυνεύοντα είδη

VU: Τρωτά είδη

LC: Είδη μειωμένου ενδιαφέροντος

LR: Είδη χαμηλού κινδύνου

NT: Σχεδόν απειλούμενα

DD: Ανεπαρκώς γνωστά είδη

 

Plebejus pylaon

Plebeius pylaon, the zephyr blue, Πεταλούδα της Οικογένειας Lycaenidae - Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 

Polyommatus aroaniensis

Polyommatus aroaniensis, Πεταλούδα της Οικογένειας Lycaenidae - Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Polyommatus iphigenia

Polyommatus iphigenia, Πεταλούδα της Οικογένειας Lycaenidae - Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 

Turanana endymion

Turanana endymion, Πεταλούδα της Οικογένειας Lycaenidae – Φωτογραφία από www.lepiforum.de







Δειγματοληψία μαλακίων

Δειγματοληψία μαλακίων  2

Δειγματοληψία μαλακίων - Φωτογραφίες από το αρχείο του ΦΔΧΒ

Θέσεις δειγματοληψίας κολεόπτερων

Θέσεις δειγματοληψίας κολεόπτερων  2

Θέσεις δειγματοληψίας κολεόπτερων - Φωτογραφίες από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Δειγματοληψία μαλακίων3

Δειγματοληψία μαλακίων4

Δειγματοληψία μαλακίων - Φωτογραφίες από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Στο Σπήλαιο των Λιμνών εντοπίζεται το είδος Dolichopoda matsakisi (κοινή ονομασία: Δολιχόποδη του Ματσάκη). Είναι αρθρόποδο και ανήκει στην τάξη των Ορθόπτερων. Είναι ενδημικό στην Ελλάδα, και έχει αναφερθεί μόνο από το σπήλαιο των Καστριών και άλλο ένα σπήλαιο της Αχαΐας. Το είδος αυτό αξιολογείται ως Τρωτό, δεδομένου ότι έχει μια πολύ περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση και η αύξηση της τουριστικής δραστηριότητας στο σπήλαιο θα μπορούσε να απειλήσει το είδος και να γίνει Κρισίμως Κινδυνεύον στο εγγύς μέλλον.

 

Dolichopoda matsakisi

Dolichopoda matsakisi  2

Dolichopoda matsakisi - Φωτογραφίες από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 

 Βιβλιογραφία

  •      Οδηγία 92/43/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21.5.1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας (με μεταγενέστερες τροποποιήσεις).                                                           
  •      Λεγάκις Α. & Μαραγκού Π. (επιμ.) 2009. Το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία
  •      IUCN 2013. Red List of Threatened Species.Version 2010.4.www.iucnredlist.org


Β. ΙΧΘΥΕΣ ΓΛΥΚΕΩΝ ΥΔΑΤΩΝ

Τα είδη της ιχθυοπανίδας που συναντώνται στη περιοχή του Φορέα ανήκουν στην Ιόνιο ζωογεωγραφική περιοχή (Oikonomou, Leprieur & Leonardos, 2014).

 

Είδη ιχθύων των εσωτερικών υδάτων που απαντώνται στον Φ.Δ. Χελμού - Βουραίκού:

1. Anguilla anguilla (Οικογένεια: Anguillidae) – κοινή ονομασία: Χέλι - Κρισίμως Κινδυνεύον (IUCN)

2. Barbus peloponnesius (Οικογένεια: Cyprinidae) – κοινή ονομασία: Χαμοσούρτης, Πελοποννησιακή μπριάνα

3. Oncorhynchus mykiss (Οικογένεια: Salmonidae) – κοινή ονομασία: Ιριδίζουσα Πέστροφα

4. Salaria fluviatilis (Οικογένεια: Blenniidae) – κοινή ονομασία: Ποταμοσαλιάρα

5. Squalius moreoticus (Οικογένεια: Cyprinidae) – κοινή ονομασία: Ποταμοκέφαλοςτου Μωριά - Κινδυνεύον (IUCN)

6. Squalius peloponnensis (Οικογένεια: Cyprinidae) – κοινή ονομασία: Πελοποννησιακός Ποταμοκέφαλος

7. Telestes pleurobipunctatus (Οικογένεια: Cyprinidae) – κοινή ονομασία: Λιάρα, Γκέλμπα

8. Salmo farioides (Οικογένεια: Salmonidae) – κοινή ονομασία: Ιονική Πέστροφα - Τρωτό (IUCN)

 

Ακολουθεί μια σύντομη περιγραφή σημαντικών, για την περιοχή, ειδών.


1. Barbus peloponnesius (Valenciennes, 1842)

Κοινή Ονομασία: Πελοποννησιακή Μπριάνα

Οικογένεια: Cyprinidae

Το είδος απαντάται σε ποτάμια συστήματα εντός της περιοχής του ΦΔ Χελμού – Βουραϊκού και είναι ενδημικό της Δυτικής Ελλάδας, με εξάπλωση από τον ποταμό Καλαμά μέχρι τον Πάμμισο. Διαβιεί σε λίμνες και ποτάμια με σχετικά χαμηλή ροή νερού. Απαντάται στα ανάντη και κατάντη των ποταμών με βραχώδες υπόστρωμα και τρέφεται με υδρόβια ασπόνδυλα. Οι κύριες απειλές για το είδος είναι η διατάραξη και υποβάθμιση των ενδιαιτημάτων του και η παράνομη αλιεία, χωρίς όμως το είδος αυτό να ανήκει στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Εντάσσεται στο Παράρτημα III της συνθήκης της Βέρνης ως Barbus peloponnesius.

 

Barbus peloponesis

Barbus peloponnesius -Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 Barbus peloponesis 2

Barbus peloponnesius -Πηγή Φωτογραφίας: https://museu.ms


 

2. Salmo farioides (Karaman, 1938)

Κοινή Ονομασία: Ιoνική Πέστροφα (West Balkan Trout)

Οικογένεια: Salmonidae

To είδος απαντάται σε ποτάμια συστήματα του ΦΔ Χελμού – Βουραϊκού. Σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας (2009), ανήκει στην Κατηγορία κινδύνου στην Ελλάδα «Τρωτό» (VU) και είναι ενδημικό των δυτικών Βαλκανίων (λεκάνες ποταμών που εκβάλλουν στο Ιόνιο και την Αδριατική). Έχει τεκμηριωθεί σημαντική μείωση πολλών πληθυσμών, αλλά και μείωση της χωρικής κατανομής του είδους. Στις ελληνικές λεκάνες απορροής η ιονική πέστροφα διαβιεί σχεδόν αποκλειστικά στα ψυχρά νερά ορεινών και ημιορεινών ποταμών και ρεμάτων και διεξάγει μεταναστεύσεις κατά την αναπαραγωγική περίοδο, αλλά και κατά το θέρος όταν ορισμένα τμήματα ποταμών ή παραπόταμων στερεύουν. Η αναπαραγωγή πραγματοποιείται σε φυσικούς ρύακες με αμμοχαλικώδες υπόστρωμα, κυρίως κατά τους χειμερινούς μήνες. Το είδος είναι αρπακτικό και τρέφεται με προνύμφες εντόμων, ενήλικα έντομα (υδρόβια και ιπτάμενα), καρκινοειδή, αμφίβια και μικρά ψάρια. Πολλές από τις μεγαλύτερες πέστροφες είναι συχνά κυρίως ιχθυοφάγες, ιδίως σε λιμναίους πληθυσμούς.

Οι απειλές για το είδος στην Ελλάδα είναι πολλαπλές και αυξάνονται σε ένταση και έκταση με την ανάπτυξη των ορεινών υδάτινων πόρων. Η απόληψη πηγαίων νερών από πολλά ορεινά ποτάμια, τα εμπόδια στη μετακίνηση (όπως τα μικρά και μεγάλα υδροηλεκτρικά φράγματα, οι δρόμοι και τα έργα ορεινής υδρονομίας, που διακόπτουν τη συνεκτικότητα των ποταμών), η παράνομη και εντατική αλιεία, η γενετική μόλυνση (το είδος διασταυρώνεται με άλλα, συγγενικά είδη πέστροφας, που εισάγονται στους ποταμούς από τον άνθρωπο ή διαφεύγουν από μονάδες ιχθυοκαλιέργειας), καθώς και η υποβάθμιση και απώλεια ποτάμιων ενδιαιτημάτων, λόγω τεχνικών έργων στις παρόχθιες ζώνες, αποτελούν τις κύριες απειλές και οδηγούν στη μείωση των πληθυσμών. Στην Ελλάδα το είδος βρίσκεται υπό καθεστώς διαχείρισης για την ερασιτεχνική αλιεία, που δυστυχώς περιλαμβάνει και έργα τόνωσης πληθυσμών από ιχθυογενετικούς σταθμούς, οι οποίοι ενίοτε οδηγούν σε βλαπτικούς υβριδισμούς.

 

Salmo farioides

Salmo farioides -Πηγή Φωτογραφίας: http://www.ittiofauna.org/

 

Βιβλιογραφία

  • Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π. 2009. Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, Αθήνα.
  • Oikonomou, A., Leprieur, F. & Leonardos, I. (2014) Biogeography of freshwater fishes of the Balkan Peninsula. Hydrobiologia 738: 205-220.
  • http://www.ittiofauna.org/


 

Γ. ΑΜΦΙΒΙΑ

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη βιβλιογραφία αλλά και στα Τυποποιημένα Δελτία Δεδομένων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τις περιοχές ΕΖΔ GR2320002:«Όρος Χελμός και τα Ύδατα της Στυγός», ΕΖΔ GR2320003:«Φαράγγι του Βουραϊκού», ΕΖΔ GR2320004:«Αισθητικό Δάσος των Καλαβρύτων», ΕΖΔ GR2320009:«Σπήλαιο των Καστριών», ΕΖΔ GR2320008:«Όρος Ερύμανθος», ΖΕΠ GR2320012:«Όρος Ερύμανθος» και ΖΕΠ GR2320013:«Όρος Χελμός (Αροάνια) - Φαράγγι Βουραϊκού και περιοχή Καλαβρύτων», τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος που εξαπλώνονται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔΧΒ, περιλαμβάνουν τα εξής είδη αμφιβίων:


1. Hyla arborea (Linnaeus, 1758)

Κοινή ονομασία: Δενδροβάτραχος (European Tree Frog)

Οικογένεια: Hylidae

Προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Παράρτημα IV). Είναι ευρέως εξαπλωμένο από την Ιβηρική Χερσόνησο, τη Γαλλία, έως ανατολικά στη δυτική Ρωσία και την περιοχή του Καυκάσου, και νότια έως τα Βαλκάνια και την Τουρκία.

Στην Ελλάδα, το είδος απαντά σε όλη την ηπειρωτική χώρα και σε αρκετά νησιά. Συναντάται σε θαμνώδεις και περιοχές μικτών ή φυλλοβόλων δασών αποφεύγοντας τα σκιερά και πυκνά μέρη, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και σε κοντινή απόσταση από τις υδατοσυλλογές όπου αναπαράγεται.

Η αναπαραγωγή του λαμβάνει χώρα σε μόνιμα ή/και εποχικά στάσιμα ύδατα, όπως λίμνες, μικρές υδατοσυλλογές, έλη, ταμιευτήρες, αρδευτικά και αποστραγγιστικά κανάλια, από το Μάρτιο έως το τέλος Μαΐου. Είναι δραστήριο κατά τις νυκτερινές ώρες. Κατά τους ψυχρούς χειμερινούς μήνες διαχειμάζει στο έδαφος, κάτω από πέτρες ή σε κουφάλες δέντρων.

Στην περιοχή του ΦΔΧΒ το είδος έχει παρατηρηθεί σε αρκετές θέσεις. Πιθανές απειλές για το είδος αποτελούν η απώλεια των αναπαραγωγικών του θέσεων, ο κατακερματισμός και η απομόνωση των ενδιαιτημάτων του, η ρύπανση, καθώς και οι εκτεταμένες κλιματικές αλλαγές.

 

Hyla arborea

Hyla arborea - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org

 

 Hyla arborea2

Hyla arborea - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org


 2. Bufotes viridis (Laurenti, 1768)

Κοινή ονομασία: Πρασινόφρυνος (Green Toad, European Green Toad)

Οικογένεια: Bufonidae

Προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Οδηγία 92/43/ΕΟΚ (Παράρτημα IV). Εξαπλώνεται σε μεγάλη έκταση της Ευρώπης. Στην Ελλάδα, το είδος απαντά σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα και στην πλειονότητα των νησιών, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 2500μ. υψόμετρο, και σε πληθώρα ενδιαιτημάτων. Στις δασωμένες περιοχές απαντάται συνήθως σε ξέφωτα, ανοικτές εκτάσεις και θαμνώνες, συχνά σε μεγάλη απόσταση από υδάτινα σώματα.

Η αναπαραγωγή του λαμβάνει χώρα μεταξύ Φεβρουαρίου και Ιουλίου (ανάλογα με το γεωγραφικό πλάτος), σχεδόν σε κάθε τύπο υδατοσυλλογής (λίμνες, λίμνια, ρέματα μόνιμης ή εποχικής ροής, ταμιευτήρες, αρδευτικά και αποστραγγιστικά κανάλια, κλπ.). Το είδος είναι ανθεκτικό στην αλατότητα και συχνά συναντάται σε υφάλμυρα ύδατα. Κατά κανόνα δραστηριοποιείται κατά τις νυκτερινές ώρες. Στις ξηρότερες περιοχές, οι φρύνοι επισκέπτονται περιοδικά υδάτινες μάζες για ενυδάτωση. Κατά την αναπαραγωγική περίοδο μπορεί να μετακινείται σε μεγάλες αποστάσεις (2-5 χλμ. από τις αναπαραγωγικές του θέσεις).

Τα άτομα του είδους διαχειμάζουν σε ομάδες, ωστόσο στις νότιες περιοχές της εξάπλωσής του μπορεί να είναι ενεργά καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Στις πιθανές απειλές για το είδος συμπεριλαμβάνονται η απώλεια και καταστροφή των ενδιαιτημάτων του, καθώς και η αυξημένη θνησιμότητα στο οδικό δίκτυο. Στην περιοχή του ΦΔΧΒ έχει αναφερθεί σε αρκετές θέσεις.

 

Bufotes viridis

Bufotes viridis - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org


 3. Rana dalmatina (Bonaparte, 1840)

Κοινή ονομασία: Πηδοβάτραχος (Agile Frog)

Οικογένεια: Ranidae

Το είδος εμφανίζει σποραδική και ασυνεχή κατανομή στην ηπειρωτική χώρα. Συναντάται σε περιοχές με πλούσια βλάστηση, όπως δάση φυλλοβόλων, χορτολιβαδικές εκτάσεις και υγρότοπους και σε αρκετή απόσταση από το νερό. Είναι κατά κανόνα νυκτόβιο είδος, ζει το μεγαλύτερο μέρος του έτους στην ξηρά, ενώ επιστρέφει στο νερό μόνο κατά την αναπαραγωγική περίοδο. Η αναπαραγωγή του λαμβάνει χώρα νωρίς την άνοιξη σε στάσιμα, κατά κανόνα, ύδατα με πλούσια βλάστηση, μέσα ή στις παρυφές φυλλοβόλων δασών. Κύριες απειλές για το είδος μπορούν να θεωρηθούν η απώλεια των αναπαραγωγικών του θέσεων, η αποψίλωση δασικών εκτάσεων, και η αντικατάσταση φυλλοβόλων δασών από κωνοφόρα.

 

4. Rana graeca (Boulenger, 1891)

Κοινή ονομασία: Γραικοβάτραχος (Greek Stream Frog)

Οικογένεια: Ranidae

Το είδος εξαπλώνεται στα νότια βαλκάνια. Στη χώρα το είδος ζει και αναπαράγεται σε δασώδεις ημιορεινές και ορεινές ηπειρωτικές περιοχές και σε καθαρά τρεχούμενα νερά (πηγές, ρέματα και ρυάκια). Η αναπαραγωγή λαμβάνει χώρα νωρίς την άνοιξη (τέλη Φεβρουαρίου έως μέσα Απριλίου). Πιθανές απειλές αποτελεί η απώλεια των αναπαραγωγικών του θέσεων, καθώς και οι δασικές πυρκαγιές που οδηγούν σε απώλεια των ενδιαιτημάτων του.


 5. Pelophylax kurtmuelleri (Gayda, 1940)

Κοινή ονομασία: Βαλκανοβάτραχος (Balkan Water Frog)

Οικογένεια: Ranidae

Το είδος απαντά στην Ελλάδα σε ολόκληρη την ηπειρωτική χώρα πλην της ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Είναι κατεξοχήν υδρόβιο είδος που συναντάται σε μεγάλη ποικιλία υδάτινων οικοσυστημάτων και υδάτινων σωμάτων, μόνιμων ή εποχικών, από το επίπεδο της θάλασσας έως τα 600μ. υψόμετρο, ενώ σποραδική εμφάνιση έχει παρατηρηθεί και έως τα 1000μ. υψόμετρο. Το είδος εμφανίζει ανθεκτικότητα σε αυξημένης αλατότητας ύδατα, ενώ κατά κανόνα προτιμά ανοιχτές περιοχές με άφθονη υδρόβια βλάστηση. Παρότι το είδος είναι πολύ κοινό σε όλη την περιοχή εξάπλωσής του, η ανεξέλεγκτη συλλογή του για εμπορικούς σκοπούς ενδέχεται να προκαλέσει σημαντική μείωση των τοπικών πληθυσμών του.

 

6. Icthyosaura alpestris (Laurenti, 1768)

Κοινή ονομασία: Αλπικός τρίτωνας, Βουνοτρίτωνας (Alpine Newt)

Οικογένεια: Salamandridae

Το συγκεκριμένο είδος βρίσκεται σχεδόν σε ολόκληρη την Ευρώπη, από τις ακτές του Ατλαντικού στη Γαλλία έως βόρεια στη Δανία και ανατολικά στα ουκρανικά Καρπάθια, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Είναι ευρέως διαδεδομένο στα Βαλκάνια.

Ζει σε ποικιλία ορεινών και αλπικών ενδιαιτημάτων από 700 έως 2.400 μ. υψόμετρο. Συχνότερα ενδιαιτεί σε μόνιμους ή εποχικούς υγρότοπους, όπως σε μικρές λίμνες και ρυάκια με κρύο και διαυγές νερό που βρίσκονται σε δάση και δασικά ξέφωτα, σε αλπικά λιβάδια, ενίοτε σε πετρώδεις και άγονες περιοχές. Συχνά απαντάται σε ποτίστρες ζώων και σε πηγές. Στην Πελοπόννησο το είδος απαντάται σε μικρό αριθμό τοποθεσιών (5-10), ενώ κατά τα τελευταία 10 χρόνια έχει εξαφανιστεί από τουλάχιστον μία τοποθεσία. Πρόσφατες γενετικές μελέτες δείχνουν πως οι πληθυσμοί της Πελοποννήσου διαφέρουν σημαντικά, τόσο σε επίπεδο mtDNA, όσο και στις συχνότητες αλλοενζύμων από τους πληθυσμούς της ηπειρωτικής χώρας και συγκροτούν διακριτή μονάδα διατήρησης (Conservation Unit).

Στην Ελλάδα οι τοπικοί πληθυσμοί του αλπικού τρίτωνα, και ιδιαιτέρως της Πελοποννήσου και της ανατολικής Στερεάς, αντιμετωπίζουν κινδύνους δραστικής μείωσης ή και εξαφάνισης, ως αποτέλεσμα της εντεινόμενης υποβάθμισης και καταστροφής των ενδιαιτημάτων τους λόγω κλιματικών αλλαγών (υψηλών θερμοκρασιών, ξηρασίας), ανθρώπινων δραστηριοτήτων (υπεράντλησης υδάτων, ρύπανσης, χειμερινού τουρισμού, μηχανοκίνητων σπορ και φυσικών καταστροφών, π.χ. πυρκαγιών). Άλλες απειλές είναι η συλλογή τους για επιστημονικές και ερευνητικές δραστηριότητες, οι μεγάλες τοπικές απομονώσεις και η ενδογαμία των τοπικών πληθυσμών. Στην περιοχή μελέτης το είδος έχει παρατηρηθεί σποραδικά σε τουλάχιστον δύο τοποθεσίες. Σύμφωνα με την IUCN χαρακτηρίζεται ως «Κινδυνεύον (EN)» για τους πληθυσμούς της Πελοποννήσου.

 

Icthyosaura alpestris

Icthyosaura alpestris -Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org

 

 

Βιβλιογραφία

 

Δ. ΕΡΠΕΤΑ

Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στη βιβλιογραφία αλλά και στα Τυποποιημένα Δελτία Δεδομένων της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ για τις περιοχές ΕΖΔ GR2320002 «Όρος Χελμός και τα Ύδατα της Στυγός», ΕΖΔ GR2320003 «Φαράγγι του Βουραϊκού», ΕΖΔ GR2320004 «Αισθητικό Δάσος των Καλαβρύτων», ΕΖΔ GR2320009 «Σπήλαιο των Καστριών», ΕΖΔ GR2320008 «Όρος Ερύμανθος», ΖΕΠ GR2320012 «Όρος Ερύμανθος» και ΖΕΠ GR2320013 «Όρος Χελμός (Αροάνια) - Φαράγγι Βουραϊκού και περιοχή Καλαβρύτων», τα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος που εξαπλώνονται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔΧΒ, περιλαμβάνουν 24 είδη ερπετών (4 χελώνες, 13 σαύρες και 7 φίδια), τα οποία αναφέρονται στον πίνακα.

 

Επιστημονική Ονομασία

Κοινή Ονομασία

Mauremys caspica

Ποταμοχελώνα

Emys orbicularis

Βαλτοχελώνα

Testudo hermanni

Μεσογειακή χελώνα

Testudo marginata

Κρασπεδοχελώνα

Algyroides moreoticus

Μωραϊτόσαυρα

Lacerta trilineata

Τρανόσαυρα

Lacerta viridis

Πρασινόσαυρα

Podarcis erhardii

Σιλιβούτι

Podarcis muralis

Τοιχόσαυρα

Podarcis tauricus

Βαλκανόσαυρα

Podarcis peloponnesiacus

Πελοποννησιακή γουστέρα

Ablepharus kitaibelii

Αβλέφαρος

Hellenolacerta graeca

Γραικόσαυρα

Mediodactylus kotschyi

Σαμιαμίδι

Anguis graeca

Κονάκι

Pseudopus apodus

Φιδόσαυρα

Ophiomorus punctatissimus

Οφιόμορος

Platyceps najadum

Σαΐτα

Coronella austriaca

Στεφανοφόρος

Elaphe quatuorlineata

Λαφιάτης

Zamenis situlus

Σπιτόφιδο

Eryx jaculus

Ερημόφιδο

Telescopus fallax

Αγιόφιδο

Vipera ammodytes

Οχιά

 

 

Αναλυτικότερα:

1. Testudo hermanni (Gmelin, 1789)

Κοινή ονομασία: Μεσογειακή χελώνα (Hermanns’ Tortoise)

Οικογένεια: Testudinidae

Συναντάται αποσπασματικά στη Μεσογειακή Ευρώπη, παράκτια στη βορειοανατολική Ισπανία, στη νοτιοανατολική Γαλλία, τη Μαγιόρκα (Ισπανία), τη Μενόρκα (Ισπανία), την Κορσική (Γαλλία), τη Σαρδηνία και τη Σικελία (Ιταλία), στις παράκτιες πεδιάδες της Ιταλικής χερσονήσου, παράκτια στην Κροατία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και το Μαυροβούνιο, στην κεντρική και νότια Σερβία, στη νοτιοδυτική Ρουμανία, Βουλγαρία, Σκόπια, Αλβανία, την Ελλάδα και την ευρωπαϊκή Τουρκία (www.iucnredlist.org/). Στην Ελλάδα, το είδος υπάρχει σχεδόν στο σύνολο της επικράτειας πλην των ορεινών περιοχών (στη Μακεδονία απουσιάζει από τα υψόμετρα άνω των 1.400 μ.). Αν και οι μεγαλύτεροι πληθυσμοί βρίσκονται σε σχετικά χαμηλά υψόμετρα, το είδος σπανίζει στην εξαιρετικά ξηρή θερμομεσογειακή ζώνη της νότιας και ανατολικής Πελοποννήσου. Aπαντάται, επίσης, σε όλα τα Επτάνησα, αλλά φυσικοί πληθυσμοί απουσιάζουν από το σύνολο των νησιών του Αιγαίου πλην της Εύβοιας (Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π., 2009).

Παρά την πλατιά εξάπλωση του, το είδος παρουσιάζει σήμερα σοβαρά προβλήματα, με σχεδόν όλους τους πληθυσμούς του να παρουσιάζουν έντονες και συνεχιζόμενες τάσεις μείωσης. Πρόσφατες μοριακές αναλύσεις (Fritz et al. 2006) δείχνουν ότι υπάρχει σημαντική κρυπτική γενετική ποικιλομορφία στους ελληνικούς πληθυσμούς, με άτομα από τη Δ. Ελλάδα, καθώς και από το δυτικό Ταΰγετο/Μάνη, να ανήκουν σε ξεχωριστούς, αρκετά διαφοροποιημένους απλότυπους. Αυτό σημαίνει ότι οι πληθυσμοί αυτοί, λόγω περιορισμένης κατανομής και ιδιαίτερης βιολογικής ιδιαιτερότητας, ίσως να χρειάζονται επιπλέον ειδική προστασία.

Η Μεσογειακή χελώνα απαντάται κυρίως στη ζώνη των αείφυλλων-πλατύφυλλων, αλλά και σε εύρος τυπικών μεσογειακών οικοσυστημάτων με εξαίρεση ημιερημικές εκτάσεις ή περιοχές με πολύ υψηλή (πυκνά πευκοδάση) φυτοκάλυψη. Επίσης αποφεύγει έντονα καλλιεργημένες εκτάσεις (εσπεριδοειδή, μηχανικά καλλιεργημένοι ελαιώνες κ.λπ.) και περιοχές υψηλού υψομέτρου. Η διαχείμαση ξεκινά τον Οκτώβριο-Νοέμβριο και λήγει τον Φεβρουάριο. Τα δημοσιευμένα στοιχεία από τους Hailey και Willemsen (2003) δείχνουν μείωση άνω του 30% σε 41 γνωστούς πληθυσμούς (46% πληθυσμών μειωθήκαν, 12% αυξήθηκαν και 42% παρέμειναν αμετάβλητοι) ανάμεσα στα έτη 1984 και 2001 (17 χρόνια, το οποίο αντιστοιχεί σε λιγότερο απο τρείς γενεές του είδους). Οι μειώσεις αυτές είχαν καθαρά ανθρωπογενή αίτια και ήταν ιδιαίτερα έντονες κοντά σε κατοικημένες περιοχές και στα παράλια όπου οι δραστηριότητες είναι εντονότερες. Οι υπεύθυνοι παράγοντες για αυτή τη μείωση εξακολουθούν να υφίστανται με αποτελέσμα οι τάσεις να είναι αρνητικές. Κυριότερες απειλές σε εθνικό επίπεδο αποτελούν η εντατικοποίηση των καλλιεργειών, η χρήση ζιζανιοκτόνων και εντομοκτόνων, η χρήση βαριών αγροτικών μηχανημάτων, η οικοπεδοποίηση και η γενική οικιστική ανάπτυξη έξω από παραδοσιακούς πυρήνες οικισμών, η διάνοιξη καινούργιων δρόμων με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό των φυσικών πληθυσμών και την αυξημένη κίνηση των οχημάτων, οι πυρκαγιές, καθώς και η συλλογή του ως κατοικίδιο ή για τροφή.

Το είδος, σύμφωνα με την IUCN χαρακτηρίζεται ως «Τρωτό» (VU) για την Ελλάδα, ενώ η διεθνής Κατηγορία κινδύνου είναι «Σχεδόν απειλούμενο» (NT). Προστατεύεται από την εθνική νομοθεσία (ΠΔ 67/1981). Περιλαμβάνεται, επίσης, στα παραρτήματα ΙΙ και ΙV της Οδηγίας των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ) και στο παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης. Επίσης, απαγορεύεται το εμπόριό της, σύμφωνα με τη Σύμβαση CITES (Παράρτημα ΙΙ). Η μεσογειακή χελώνα απαντάται σε πολλές προστατευόμενες περιοχές (π.χ. Εθνικά Πάρκα, υγρότοπους Ramsar, περιοχές δικτύου Natura 2000) (Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π., 2009).

 

Testudo hermanni

Testudo hermanni - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucn-tftsg.org/

 

2. Testudo marginata  (Schoepff, 1795)

Κοινή ονομασία: Κρασπεδοχελώνα (Marginated Tortoise, Margined Tortoise)

Οικογένεια: Testudinidae

Η κρασπεδοχελώνα είναι πρακτικά είδος ενδημικό της Ελλάδας, καθώς οι πληθυσμοί της Σαρδηνίας αποτελούν προϊόν εισαγωγής της στους ρωμαϊκούς χρόνους. Η κρασπεδοχελώνα είναι το πιο μεγαλόσωμο είδος χερσαίας χελώνας στην Ευρώπη. Εξαπλώνεται σε πλαγιές με πυκνή φρυγανική ή μακία βλάστηση σε βραχώδεις περιοχές, καθώς και σε ελαιώνες ή άλλες παραδοσιακές καλλιέργειες ή και αμμοθίνες. Αποφεύγει τα οικοσυστήματα με έντονη ανθρώπινη παρουσία. Μπορεί να βρεθεί σε υψόμετρο έως 1200 μ., αλλά συνήθως έως τα 800 μ. Γενικώς, βρίσκεται σε πιο ξηρά και θερμά ενδιατήματα από την συμπατρική της Testudo hermanni. Τα δημοσιευμένα στοιχεία από τους Hailey και Willemsen (2003), για 21 γνωστούς πληθυσμούς, δείχνουν ότι 33,3% των πληθυσμών μειώθηκαν, 9,5% αυξήθηκαν και 57% παρέμειναν αμετάβλητοι ανάμεσα στα έτη 1984 και 2001 (διάστημα το οποίο αντιστοιχεί σε λιγότερο απο τρείς γενεές του είδους). Οι μειώσεις αυτές είχαν καθαρά ανθρωπογενή αίτια και ήταν ιδιαίτερα έντονες κοντά σε κατοικημένες περιοχές. Οι υπεύθυνοι παράγοντες για αυτή τη μείωση εξακολουθούν να υφίστανται με αποτελέσμα οι τάσεις να είναι αρνητικές. Η κυριότερη απειλή για την κρασπεδοχελώνα είναι οι πυρκαγιές και ακολουθεί η μετατροπή των θαμνωδών εκτάσεων σε καλλιέργειες, η οικοπεδοποίηση και γενικά η οικιστική ανάπτυξη έξω από παραδοσιακούς πυρήνες οικισμών, η διάνοιξη καινούργιων δρόμων με αποτέλεσμα τον κατακερματισμό φυσικών πληθυσμών και την αυξημένη κίνηση οχημάτων και σε άγνωστο βαθμό η συλλογή του ως κατοικίδιο ή για τροφή.

 

Testudo marginata

Testudo marginata - Πηγή Φωτογραφίας: http://en.balcanica.info/


3. Algyroides moreoticus (Bibron Bory, 1833)

Κοινή ονομασία: Μωραϊτόσαυρα (Greek Algyroides)

Οικογένεια: Lacertidae

Το είδος είναι ενδημικό της Πελοποννήσου, της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης. Η κατανομή του είναι ασυνεχής καθώς περιορίζεται κυρίως σε θέσεις με φυλλοβόλα δάση. Η μωραϊτόσαυρα προτιμά ενδιαιτήματα με υψηλά ποσοστά υγρασίας και σκιά. Απαντά σε δάση φυλλοβόλων όπου κρύβεται στη στρωμνή και στους πεσμένους κορμούς, θαμνότοπους και φυτοφράχτες καλλιεργειών και κοντά σε υδατοσυλλογές όπου υπάρχουν φυλλοβόλα δένδρα. Έχει βρεθεί κυρίως στα πιο υγρά μέρη της περιοχής μελέτης.

Δεν υπάρχει εκτίμηση του αριθμού ή και του μεγέθους των υποπληθυσμών του. Θεωρείται ότι είναι μάλλον μέτριας πυκνότητας, αλλά λόγω του κρυπτικού προτύπου διαβίωσης που ακολουθεί δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα με απλή παρατήρηση και απαιτούνται ειδικές μελέτες. Η γενική του πάντως εξάπλωση θα πρέπει να θεωρηθεί ότι έχει συρρικνωθεί έπειτα από τις φωτίες του 2007 στην Πελοπόννησο. Η σοβαρότερη απειλή του είναι η συρρίκνωση των βιότοπων του λόγω ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η υλοτομία και η αποψίλωση δασών για την επέκταση γεωργικών δραστηριοτήτων. Οι πυρκαγιές αποτελούν ένα συγκεκριμένο σοβαρό κίνδυνο για το είδος.

Algyroides moreoticus

Algyroides moreoticus, Πηγή Φωτογραφίας:http://www.inaturalist.org

 

4. Podarcis peloponnesiaca (Bibron & Bory, 1833)

Κοινή ονομασία: Πελοποννησιακή γουστέρα, Τσαπερδώνα (Peloponnese wall lizard)

Οικογένεια: Lacertidae

Το είδος είναι ενδημικό της Πελοποννήσου και απαντάται σε διάφορα υψόμετρα, κατά προτίμηση χαμηλότερα των 1600 μέτρων. Έχει παρατηρηθεί σε όλη σχεδόν την περιοχή μελέτης. Είναι είδος ευρύοικο στις οικολογικές του απαιτήσεις και παρατηρείται σε πληθώρα ενδιαιτημάτων, με έμφαση σε πετρώδεις βιότοπους με ανοιχτή θαμνώδη βλάστηση αείφυλλων-σκληρόφυλλων. Παρατηρείται, επίσης, και σε ανοίγματα δασών βελανιδιάς ή ορεινών κωνοφόρων, καθώς και κοντά σε χωριά και οικισμούς, σε ξερολιθιές χωραφιών κλπ. Το είδος είναι αρκετά διαδεδομένο στις περιοχές όπου εξαπλώνεται και συχνά είναι το πιο κοινό είδος ερπετού. Παρόλο που η κατανομή του δεν είναι συνεχής, δεν υπάρχουν αναλυτικά στοιχεία που να υποδηλώνουν έντονο κατακερματισμό ή σημαντική μείωση πληθυσμών σε τοπικό επίπεδο ή σε επίπεδο Πελοποννήσου. Τοπικά κάποιοι πληθυσμοί αναμένεται να βρίσκονται υπό μεγαλύτερη πίεση, κυρίως λόγω συνολικής υποβάθμισης του ενδιαιτήματος ή, πιο συγκεκριμένα, λόγω πυρκαγιών. Η πελοποννησιακή γουστέρα έχει βρεθεί σε περιοχές που έχουν καεί, ωστόσο η επίπτωση των πυρκαγιών στους τοπικούς πληθυσμούς δεν είναι γνωστή. Οι κυριότερες απειλές περιλαμβάνουν τις πυρκαγιές αλλά και την απώλεια, υποβάθμιση ενδιαιτήματος.

 

 Podarcis peloponnesiaca

Podarcis peloponnesiaca - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org/


5. Hellenolacerta graeca (Bedriaga, 1886)

 

Κοινή ονομασία: Γραικόσαυρα, Ελληνική σαύρα, Τσαπερδώνα (Greek Rock Lizard)

Οικογένεια: Lacertidae

Η Hellenolacerta graeca είναι είδος ενδημικό της Πελοποννήσου και σύμφωνα με την IUCN χαρακτηρίζεται ως «Τρωτό» (VU). Απαντάται από τα 250 μ. ως τα 1.700 μέτρα. Οι πληθυσμοί του είδους είναι συνήθως μικροί, κατακερματισμένοι και σχετικά απομονωμένοι. Το είδος προτιμά συγκεκριμένου τύπου ενδιαιτήματα, όπως βραχώδεις περιοχές με σχετική υγρασία και πυκνή βλάστηση ή κοντά σε υδατοσυλλογές, παρυφές φυλλοβόλων και μεικτών δασών, παραποτάμια δάση, αλλά και ξερολιθιές και εγκαταλελειμμένα παλαιά πέτρινα κτίρια. Να σημειωθεί ότι στις πιο ανοιχτές και ξηρές περιοχές οι πληθυσμοί της είναι πιο αραιοί, ενώ γενικώς δεν παρατηρείται σε άλλα, όχι πολύ κατάλληλα, ενδιαιτήματα. Στη βιβλιογραφία αναφέρονται λιγότερες από 80 συνολικά τοποθεσίες στην Πελοπόννησο, αριθμός που θεωρείται ο ελάχιστος. Αν και τοπικά μπορεί να είναι σχετικά κοινό, δεν έχει καταγραφεί ως άφθονο και εκτιμάται ότι το μέγεθος του κάθε υποπληθυσμού είναι περιορισμένο. Επίσης, οι πληθυσμοί είναι κατακερματισμένοι ακολουθώντας την ύπαρξη συγκεκριμένων τύπων βιοτόπων. Δεν υπάρχουν αξιόπιστα ή επιβεβαιωμένα στοιχεία για τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα των κατάλληλων ενδιαιτημάτων και για το βαθμό που αυτά απειλούνται με αλλαγή ή υποβάθμιση. Ωστόσο, από υφιστάμενες αξιολογήσεις προκύπτουν ως κυριότερες απειλές οι αυτοκινητόδρομοι και οι πυρκαγιές. Δεν είναι ,επίσης, ακόμη γνωστές οι επιπτώσεις από τις εκτεταμένες πυρκαγιές του 2007, που επηρέασαν γνωστούς βιότοπους του είδους. Επίσης, σημαντικές μελλοντικές απειλές συνιστούν η ξηρασία και οι πιθανές ακραίες θερμοκρασίες, ως παράγοντες που θα επηρεάσουν τη συνολική ικανότητα επιβίωσης του είδους. Το ημερήσιο πρότυπο δραστηριότητάς της φαίνεται να διαφοροποιείται από άλλα συγγενικά είδη, καθώς ενεργοποιείται πιο αργά το πρωί και επιστρέφει στην κρυψώνα της νωρίς το απόγευμα. Σύμφωνα με  παρατηρήσεις το είδος μπορεί να μετακινείται τοπικά ανάλογα με την εποχή, έτσι ώστε να εξασφαλίζει καλύτερες μικροκλιματικές συνθήκες.

 

 

 

Hellenolacerta graeca

 

Hellenolacerta graeca - Πηγή Φωτογραφίας: http://www.iucnredlist.org

 

 Βιβλιογραφία

  • Willemsen R. & Hailey A.,(2003): Sexual dimorphism of body size and shell shape in European tortoises. J. Zool., Lond. (2003) 260, 353-365.
  • Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π., (2009): Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, Αθήνα, 528 σελ.
  • Fritz, U., M. Auer, A. Bertolero, M. Cheylan, T. Fatizzo, A. K. Hundsdörfer, M. Martin Sampayo, J. L. Pretus, P. Široký & M. Wink (2006): A rangewide phylogeography of Hermann’s tortoise, Testudo hermanni (Reptilia: Testudines: Testudinidae): implications for taxonomy. – Zoologica Scripta, Oxford, 35 (5): 1-13.
  • http://www.iucnredlist.org/, The IUCN Red List of Threatened Species

 

 

Δ. ΟΡΝΙΘΟΠΑΝΙΔΑ

Η Ελλάδα διαθέτει μια πλούσια σε είδη ορνιθοπανίδα, αν και οι πληθυσμοί της συντριπτικής πλειονότητας των ειδών είναι μικροί, λόγω της περιορισμένης έκτασης της χώρας και του κατακερματισμού των βιότοπων. Επιπλέον, παρά το ότι υπάρχουν ακόμη πολλά κενά στις επιστημονικές μας γνώσεις για την ακριβή γεωγραφική κατανομή, τους πληθυσμούς, αλλά και τη βιολογία/οικολογία πολλών ειδών, τα πουλιά είναι μία από τις καλύτερα μελετημένες ομάδες σπονδυλοζώων στην Ελλάδα.

Σήμερα ο κατάλογος των πουλιών της Ελλάδας αριθμεί 442 είδη, τα οποία κατανέμονται σε 6 βασικές κατηγορίες (Τακτικά αναπαραγόμενα, Χειμερινοί επισκέπτες, Διερχόμενοι μετανάστες, Τυχαίοι/παραπλανημένοι επισκέπτες, Απροσδιόριστα και Εκλιπόντα) (Λεγάκις & Μαραγκού, 2009).

Η θεσμική προστασία των Σημαντικών Περιοχών για τα Πουλιά για τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατοχυρώνεται μέσα από την Οδηγία για την προστασία της άγριας ορνιθοπανίδας (79/409/ΕΟΚ), που προβλέπει τη θεσμοθέτηση Ζωνών Ειδικής Προστασίας (ΖΕΠ), για την διατήρηση των σπάνιων και απειλούμενων, αλλά και των μεταναστευτικών πτηνών σε κάθε χώρα μέλος.

H περιοχή του Χελμού αποτελεί το φυσικό κέντρο των υπόλοιπων ορεινών όγκων της Βόρειας και Κεντρικής Πελοποννήσου, καθώς συνδέεται με όλους τους υπόλοιπους ορεινούς όγκους, δηλαδή Ζήρεια στα Αντολικά, Ολίγυρτος-Σαϊτάς-βουνά Αρκαδίας στα Νότια-Νοτιοανατολικά, βουνά Γορτυνίας στα Νότια-Νοτιοδυτικά, Ερύμανθος στα Δυτικά-Νοτιοδυτικά και Κλωκός-Παναχαϊκό στα Δυτικά. Αυτό σημαίνει ότι από ζωογεωγραφικής πλευράς, η περιοχή έχει ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση ειδών δασικής και ορεινής πανίδας (Παπακωνσταντίνου Κ., 2009).


1. ΖΕΠ GR2320013: «Όρος Χελμός (Αροάνια) - Φαράγγι Βουραϊκού και περιοχή Καλαβρύτων»

Το Εθικό Πάρκο Χελμού-Βουραϊκού περιλαμβάνει την ΖΕΠ: «Όρος Χελμός (Αροάνια) - Φαράγγι Βουραϊκού και περιοχή Καλαβρύτων» (GR2320013). Η ορνιθοπανίδα της περιοχής παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον και περιλαμβάνει πτηνά που αναφέρονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ, καθώς και σημαντικά μεταναστευτικά είδη. Τα είδη χαρακτηρισμού της ΖΕΠ, τα είδη δηλαδή τα οποία οδήγησαν στην θεσμοθέτηση της είναι ο Χρυσαετός και ο Μπούφος.

Παρουσιάζεται και κατηγοριοποιείται η ορνιθοπανίδα της περιοχής σε είδη χαρακτηρισμού της Ζώνης Ειδικής Προστασίας, σε είδη του Παραρτήματος Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ καθώς και σε μεταναστευτικά είδη που απαντώνται στην περιοχή.

1. Είδη χαρακτηρισμού της Ζώνης Ειδικής Προστασίας: Aquila chrysaetos (Χρυσαετός), Bubo bubo (Μπούφος)

2. Πτηνά που περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ:Ixobrychus minutes, Nycticorax nycticorax, Ciconia nigra, Pernis pivorus, Milvus migrans, Gyps fulvus, Circaetus gallicus, Circus aeruginosus, Circus cyaneus, Circus pygargus, Buteo rufinus , Aquila pomarina, Aquila chrysaetos, Hieraaetus pennatus, Hieraaetus fasciatus, Falco naumanni, Falco vespertinus, Falco columbarius, Falco eleonorae, Falco biarmicus, Falco peregrinus Alectoris graeca graeca, Bubo bubo, Caprimulgus europaeus, Dendrocopos medius, Dendrocopos leucotos, Calandrella brachydactyla, Lullula arborea, Anthus campestris, Lanius collurio, Lanius minor, Emberiza hortulana

3. Μεταναστευτικά πτηνά τακτικά παρόντα στην περιοχή που δεν περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Οδηγίας 79/409/ΕΟΚ: Tachybaptus ruficollis, Phalacrocorax carbo, Ardea cinerea, Anas Platyrhynchos, Buteo buteo, Charadrius dubius, Gallinago gallinago, Scolopax rusticola, Tringa ochropus, Columb apalumbus, Streptopelia turtur, Otus scops, Apus apus, Apus melba, Alauda arvensis, Hirundo rustica, Delichon urbica, Motacilla flava, Oenanthe hispanica, Monticola saxatilis, Muscicapa striata, Oriolus oriolus, Lanius senator, Emberiza melanocephala.

Η ορνιθοπανίδα της Πελοπόννησου, καθώς και η περιοχή μελέτης ειδικότερα, είχε μελετηθεί ήδη από τις αρχές του 19ου αι. O Niethammer το 1943 έχοντας ως οδηγό τις βιβλιογραφικές πηγές της εποχής και ιδιαίτερα τις εργασίες των Parrot C. (1905) και Reiser O. (1905), επισκέφθηκε την Πελοπόννησο και κατέγραψε στην περιοχή μελέτης πάνω από 50 είδη ορνιθοπανίδας. Με βάση την ΕΠΜ που έχει πραγματοποιηθεί, συνολικά στην περιοχή καταγράφηκαν 149 είδη πτηνών, 63 από τα οποία είναι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και 37 καλοκαιρινοί επισκέπτες που θεωρείται ότι αναπαράγονται σε αυτήν.

Συνολικά λοιπόν, στην περιοχή μελέτης αναπαράγονται 99 είδη πτηνών, ποσοστό περίπου 67% επί του συνολικού αριθμού ειδών της περιοχής. Από τα υπόλοιπα είδη, τα 32 (ποσοστό 21%) απαντώνται μόνο κατά τις περιόδους της μετανάστευσης (εαρινή και φθινοπωρινή), ενώ τα υπόλοιπα 18 (ποσοστό 12 %) διαχειμάζουν στην περιοχή μελέτης.

Τα είδη που απαντώνται στην περιοχή μελέτης ταξινομήθηκαν γενικά σε πέντε οικολογικές ομάδες:

• τα υδρόβια είδη, που εκπροσωπούνται από τις οικογένειες Podicipedidae και Rallidae (συνολικά δύο είδη),

• τα παρυδάτια είδη, που εκπροσωπούνται από τις οικογένειες Charadridae και Scolopacidae (συνολικά πέντε είδη),

• τα αρπακτικά είδη, που εκπροσωπούνται από τις οικογένειες Accipitridae, Falconidae, Tytonidae και Strigidae (συνολικά 27 είδη),

• τα υπόλοιπα μη στρουθιόμορφα είδη που εκπροσωπούνται από τις οικογένειες Phasianidae, Columbidae, Caprimulgidae, Apodidae, Alcedinidae, Meropidae, Coraciidae, Picidae (20 συνολικά είδη),

• τα στρουθιόμορφα είδη, που συνιστούν την πολυπληθέστερη ομάδα ειδών, όπου περιλαμβάνονται οι οικογένειες Alaudidae, Hirundinidae,

Motacillidae, Cinclidae, Troglodytidae, Prunellidae, Turdidae, Sylviidae, Muscicapidae, Aegithalidae, Paridae, Sittidae, Tichodromadidae,

Certhidae, Remizidae, Oriolidae, Laniidae, Corvidae, Sturnidae, Passeridae, Fringillidae και Emberizidae (95 συνολικά είδη).

Από τα είδη της περιοχής μελέτης, τα 114 αναφέρονται στο Παράρτημα ΙΙ της Σύμβασης της Βέρνης (Νόμος 1335/83, «Σύμβαση για την διατήρηση της άγριας ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος της Ευρώπης»), τα 27 περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ι της Κοινοτικής Οδηγίας 79/409 «για την προστασία των άγριων ειδών πτηνών και των βιότοπων τους» (όπως αυτό ισχύει σήμερα μετά από την τελευταία τροποποίηση 97/49/EC), ενώ τα 17 περιλαμβάνονται στο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας (Καρανδεινός 1992).

 


Aquila chrysaetos

Aquila chrysaetos, Χρυσαετός - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org


Aquila chrysaetos2

Aquila chrysaetos, Χρυσαετός - Πηγή Φωτογραφίας: animaldiversity.org


 Bubo bubo

Bubo bubo, Μπούφος - Πηγή Φωτογραφίας:  www.iucnredlist.org


Bubo bubo2

Bubo bubo, Μπούφος - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org


 2. ΖΕΠ GR2320010: «Όρη Μπαρμπάς και Κλωκός, Φαράγγι Σελινούντα»

Στην περιοχή ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης εντάσσεται η ΖΕΠ: «Όρη Μπαρμπάς και Κλωκός, Φαράγγι Σελινούντα». Τα είδη χαρακτηρισμού της ΖΕΠ, τα είδη δηλαδή τα οποία οδήγησαν στην θεσμοθέτηση της είναι το Χρυσογέρακο (Falco biarmicus), ο Μπούφος (Bubo bubo) και ο Λευκονώτης Δρυοκολάπτης (Dendrocops leucotos). Η περιοχή κρίνεται σημαντική επειδή φιλοξενεί σπάνια αρπακτικά πουλιά ημερόβια και νυκτόβια, όπως τα είδη χαρακτηρισμού που αναφέρθηκαν. Επίσης, φιλοξενεί πολλά δασόβια είδη και μικρά στρουθιόμορφα που εκμεταλλεύονται τη μεγάλη ποικιλία των ενδιαιτημάτων.

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από ελατοδάση (μετά την πυρκαγιά του 2007 έχουν απομείνει ελάχιστα στον Κλωκό, αλλά εξακολουθούν να είναι σημαντικά στον Μπαρμπά), πευκοδάση, ψευδοαλπικές ανωδασικές ζώνες, παραποτάμια βλάστηση, μεικτά δάση πεύκης – πλατύφυλλης δρυός σε Αραβωνίτσα-Κολοκοτρώνη, δασικές εκτάσεις με αριές και άλλα αείφυλλα σκληρόφυλλα στην κοιλάδα του Σελινούντα, κάθετους γκρεμούς και ορεινούς βοσκότοπους.


3. ΖΕΠ GR2320012:«Όρος Ερύμανθος»

Στην περιοχή ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης εντάσσεται επίσης η ΖΕΠ: «Όρος Ερύμανθος». Ο Bραχοτσοπανάκος (Sitta neumayer) και το Bουνοτσίχλονο (Emberiza cia) είναι τα είδη της ορνιθοπανίδας για τα οποία η Σημαντική Περιοχή για τα Πουλιά: «GR097 Όρος Ερύμανθος», αξιολογήθηκε ότι πληροί τα κριτήρια για ένταξη στο δίκτυο των Ζωνών Ειδικής Προστασίας. Η περιοχή φιλοξενεί σημαντική ποικιλία και πληθυσμούς πουλιών από τρεις κυρίως ομάδες: αρπακτικά, δασόβια και ορεσίβια.

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από έντονο ανάγλυφο που περιλαμβάνει απότομες κορυφές, πλαγιές, σάρες, οροπέδια και στενές κοιλάδες από τις οποίες ξεκινούν μεγάλα ποτάμια της βόρειας και δυτικής Πελοποννήσου (Σελινούντας, Πείρος, Πηνειός, Ερύμανθος). Η βλάστηση της περιοχής περιλαμβάνει μεσογειακούς θαμνότοπους χαμηλότερα, μεγάλα αμιγή δάση κεφαλληνιακής ελάτης (Abies cephallonica), συστάδες βουνοκυπάρισσων (Juniperus foetidissima) στην ανώτερη ζώνη και εκτεταμένες λιβαδικές εκτάσεις πάνω από το δασοόριο. Σε μικρότερο βαθμό συναντώνται συστάδες φυλλοβόλων ειδών (δρύες, καστανιές), παραποτάμια βλάστηση, καθώς και γυμνές από βλάστηση εκτάσεις.


4. ΖΕΠ GR2530006:«Όρος Ζήρεια (Κυλλήνη)»

Στην περιοχή ευθύνης του Φορέα Διαχείρισης εντάσσεται επίσης η ΖΕΠ: «Όρος Ζήρεια (Κυλλήνη)». Τα είδη χαρακτηρισμού της ΖΕΠ, τα είδη δηλαδή τα οποία οδήγησαν στην θεσμοθέτηση της είναι τα εξής: Χρυσογέρακο (Falco biarmicus), Πετροπέρδικα (Alectoris graeca), Αετομάχος (Lanius collurio).

Η περιοχή χαρακτηρίζεται από την ομοιογένεια της ορεινής ζώνης και τη μεγάλη έκταση των σημαντικών ενδιαιτημάτων (ορεινά λιβάδια, πλαγιές, δάση). Το μεγαλύτερο μέρος της έκτασης καταλαμβάνεται από δάση κωνοφόρων (έλατο -μαυρόπευκο) και μεταβατικές δασώδεις και θαμνώδεις εκτάσεις. Μέρος του ορεινού δάσους κωνοφόρων στα βόρεια κάηκε κατά τη μεγάλη πυρκαγιά του 2000, η οποία επηρέασε κυρίως τα δάση νότια και νοτιοανατολικά του χωριού Μάνα.


Βιβλιογραφία

  • Καρανδεινός, M. & Λεγάκις, A. (επιμ.) 1992. Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Σπονδυλοζώων της Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία-Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρεία, σελ. 369.
  • Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π., (2009): Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, Αθήνα, σελ.528 
  • Παπανδρόπουλος Δ. (2009). Σχέδιο δράσης για τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας«GR2320012 Όρος Ερύμανθος». Στο: Δημαλέξης, Α. Μπούσμπουρας, Δ., Καστρίτης,Θ., Μανωλόπουλος Α. και Saravia V. (Συντονιστές Έκδοσης). Τελική αναφορά προγράμματος επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα.
  • Παπακωνσταντίνου Κ. (2009). Έκθεση Ορνιθολογικής αξιολόγησης περιοχής «GR095 Φαράγγι Βουραϊκού και Καλάβρυτα – GR096 Όρος Χελμός (Αροάνια)». Στο: Δημαλέξης, Α. Μπούσμπουρας, Δ., Καστρίτης, Θ., Μανωλόπουλος Α. και Saravia V. (Συντονιστές Έκδοσης). Τελική αναφορά προγράμματος επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα.
  • Παπακωνσταντίνου Κ. (2009). Σχέδιο δράσης για τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας«GR2320010 Όρη Μπαρμπάς – Κλωκός και Φαράγγι Σελινούντα». Στο: Δημαλέξης, Α. Μπούσμπουρας, Δ., Καστρίτης, Θ., Μανωλόπουλος Α. και Saravia V.(Συντονιστές Έκδοσης). Τελική αναφορά προγράμματος επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα.
  • Παπακωνσταντίνου Κ. (2009). Σχέδιο δράσης για τη Ζώνη Ειδικής Προστασίας «GR2530006 Όρος Ζήρεια (Κυλλήνη)». Στο: Δημαλέξης, Α. Μπούσμπουρας, Δ.,Καστρίτης, Θ., Μανωλόπουλος Α. και Saravia V. (Συντονιστές Έκδοσης). Τελική αναφορά προγράμματος επαναξιολόγησης 69 σημαντικών περιοχών για τα πουλιά για τον χαρακτηρισμό τους ως Ζωνών Ειδικής Προστασίας της Ορνιθοπανίδας. ΥΠΕΧΩΔΕ, Αθήνα.
  • Niethammer G. (1943) Beiträge zur Kenntnis der Brutvögel des Peloponnes, Journal fur Ornithologie Volume 91, pp 167-238
  • Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας (http://www.ypeka.gr)

 


ΣΤ. ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Τα θηλαστικά είναι εξ'ορισμού μια ζωική ομάδα με αρκετή ανομοιομορφία, καθώς περιλαμβάνει είδη με μεγάλες διαφορές ως προς το σωματικό μέγεθος (όπως η μυγαλίδα και η αρκούδα), τη συμπεριφορά ή τον τρόπο διαβίωσης (για παράδειγμα, ο λύκος ζει σε χερσαία ενδιαιτήματα, η βίδρα σε υγρότοπους και η μεσογειακή φώκια στη θάλασσα, ενώ ο ασπάλακας διαβιεί υπόγεια και οι νυχτερίδες πετάνε).

Σύμφωνα με τους Λεγάκι και Μαραγκού (2009), ο κατάλογος των θηλαστικών της Ελλάδας περιλαμβάνει συνολικά 115 είδη (δε συμπεριλαμβάνονται τα οικόσιτα), τα οποία ανήκουν σε 8 τάξεις: Ακανθοχοιρόμορφα, Μυγαλόμορφα, Χειρόπτερα, Λαγόμορφα, Τρωκτικά, Σαρκοφάγα, Αρτιοδάκτυλα, Κητώδη. Από πλευράς οικογενειών αυτά κατανέμονται σε 28 οικογένειες.


                i. ΜΕΣΑΙΑ ΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στον Πίνακα που ακολουθεί αναφέρονται τα σημαντικά είδη μεσαίου μεγέθους θηλαστικών, σύμφωνα με τα Τυποποιημένα Δελτία Δεδομένων (Standard Data Forms, SDF) του Δικτύου Natura 2000:

Είδος

Κοινή ονομασία

Οδηγ. 92/43/ΕΟΚ

Κόκκινο Βιβλίο Απειλούμενων Ζώων (2009)

Lutra lutra

Βίδρα

ΙΙ, IV

EN

Felis silvestris

Αγριόγατα

IV

ΝΕ

Canis aureus

Τσακάλι

V

ΕΝ

*Αξιολόγηση με βάση τα πλέον πρόσφατα κριτήρια της IUCN: ΝΕ: Μη Αξιολογηθέν, ΕΝ: Κινδυνεύον


1. Lutra lutra (Linnaeus, 1758)

Κοινή Ονομασία: Βίδρα, Ευρωπαϊκή Ενυδρίδα (Eurasian Otter, European Otter, European River Otter, Old World Otter, Common Otter)

Οικογένεια: Mustelidae

Η βίδρα ζει σε ποταμούς, λίμνες, έλη και σε βραχώδεις ακτές. Τρέφεται κυρίως με ψάρια αλλά και με αμφίβια, καρκινοειδή (καραβίδες, καβούρια κ.α.), νερόφιδα, ενώ σπανιότερα συμπληρώνει τη διατροφή της με υδρόβια πουλιά και μικρά θηλαστικά που συλλαμβάνει περιστασιακά.

Στην Ελλάδα είναι το κορυφαίο αρπακτικό των υδάτινων συστημάτων. Είναι σε μεγάλο βαθμό νυκτόβια και δραστηριοποιείται κατά κύριο λόγο από το σούρουπο ως τα χαράματα. Για την ανάπαυσή της κατά τη διάρκεια της ημέρας, αλλά και κατά την αναπαραγωγική περίοδο χρησιμοποιεί καταφύγια που σχηματίζονται μέσα στις ρίζες παρυδάτιων δέντρων, όπως τα πλατάνια, ανάμεσα σε βράχους ή σε πυκνή παρόχθια βλάστηση. Οι βίδρες ζουν μεμονωμένες και σχηματίζουν επικράτειες τις οποίες και υπερασπίζονται. Τις επικράτειες αυτές τις οριοθετούν με τα περιττώματά τους, τα οποία αφήνουν σε εμφανή σημεία κατά μήκος της όχθης, όπως σε βράχους, σωρούς από χαλίκια, πάνω σε πεσμένους κορμούς δέντρων ή κάτω από γέφυρες. Τα περιττώματα αναγνωρίζονται εύκολα, ειδικά όταν είναι νωπά γιατί έχουν μια χαρακτηριστική γλυκερή μυρωδιά, ενώ περιέχουν ορατά υπολείμματα τροφής, όπως οστά και λέπια ψαριών, κελύφη καραβίδων, οστά από αμφίβια ή και κομμάτια από δέρμα φιδιών. Τα θηλυκά με τα μικρά τους διατηρούν μικρότερες επικράτειες, οι οποίες όμως επικαλύπτονται ή και εμπεριέχονται εξ'ολοκλήρου σε αυτές των αρσενικών. Όλες οι βίδρες στα όρια των επικρατειών τους έχουν αρκετές θέσεις ανάπαυσης, τις οποίες χρησιμοποιούν κατά περιόδους, καθώς μετακινούνται κατά μήκος των ποταμών και των ρεμάτων. Οι βίδρες έχουν τη δυνατότητα να αναπαράγονται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Το θηλυκό γεννά από 1 έως 3 μικρά μια φορά κάθε ένα ή δύο χρόνια. Τα μικρά παραμένουν στη φωλιά για περίπου τρεις μήνες και εγκαταλείπουν την οικογένεια με τη συμπλήρωση του πρώτου χρόνου της ζωής τους.

Το είδος απαντάται σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και σε ορισμένα νησιά (Mason & Macdonald, 1986). Στα Ιόνια νησιά απαντάται μόνο στην Κέρκυρα (Gaethlich, 1988). Στο Αιγαίο υπάρχει στην Εύβοια, στη Λέσβο και στη Χίο. Το είδος διατηρεί καλούς πληθυσμούς στην Ήπειρο, στην Ανατολική Μακεδονία και στη Θράκη, ενώ στην υπόλοιπη Ελλάδα οι πληθυσμοί της βίδρας είναι σαφώς μειωμένοι. Οι νησιωτικοί πληθυσμοί, ιδίως αυτοί της Χίου, της Λέσβου και της Κέρκυρας, είναι μικροί και απομονωμένοι και ως εκ τούτου ιδιαιτέρως απειλούμενοι. Στην Εύβοια η κατάσταση είναι μάλλον καλύτερη, ωστόσο και στο νησί αυτό οι πληθυσμοί είναι απομονωμένοι και υπάρχουν ενδείξεις συρρίκνωσης της εξάπλωσης του είδους, ιδίως στις πεδινές περιοχές. Απειλείται από την καταστροφή και την υποβάθμιση των υγροτοπικών ενδιαιτημάτων (Macdonald & Mason, 1990, Macdonald et al., 1998). Ειδικότερα, η αποξήρανση υγροτόπων και η καταστροφή της παρόχθιας βλάστησης (π.χ. κάψιμο καλαμιώνων, κοπή δέντρων, εκχέρσωση κλπ), ιδίως στις πεδινές περιοχές, τα υδροηλεκτρικά φράγματα (τα μεγάλα ή ακόμα και τα μικρά) και τα έργα ευθυγράμμισης ποταμών και ρεμάτων αποτελούν σοβαρές απειλές, οι οποίες εντείνονται τα τελευταία χρόνια και οδηγούν στη συρρίκνωση της εξάπλωσης του είδους αυτού στην Ελλάδα.

Η βίδρα περιλαμβάνεται στα είδη κοινοτικού ενδιαφέροντος των Παραρτημάτων ΙΙ και ΙV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ. Το είδος προστατεύεται, επίσης, από τη Σύμβαση της Βέρνης (παράρτημα ΙΙ), καθώς και από τη Σύμβαση CITES, ενώ σε εθνικό επίπεδο προστατεύεται από το Π.Δ. 67/1981. Σύμφωνα με το κόκκινο βιβλίο των απειλούμενων ζώων της Ελλάδας κατατάσσεται στα «Κινδυνεύοντα (ΕΝ)» είδη, ενώ σε διεθνές επίπεδο θεωρείται «Σχεδόν Απειλούμενο (ΝΤ)» (The IUCN Red List of Threatened Species, 2008).

 

Lutra lutra

Lutra lutra, Βίδρα - Πηγή Φωτογραφιας: www.otterspecialistgroup.org


Lutra lutra2μιγκλη

 Βιοδηλωτικά ίχνη Lutra lutra, Βουραϊκός - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ.


Lutra lutra3μιγκλη

Βιοδηλωτικά ίχνη Lutra lutra, Βουραϊκός - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ.

 

 

2. Canis aureus (Linnaeus, 1758)

Κοινή ονομασία: Χρυσό ή Κοινό Τσακάλι (Golden Jackal, Asiatic Jackal, Common Jackal)

Οικογένεια: Canidae

Το χρυσό ή κοινό τσακάλι (Canis aureus), είναι ένα μεσαίου μεγέθους κυνοειδές και έχει χαρακτηριστεί ως ο πιο τυπικός εκπρόσωπος του γένους Canis μεταξύ των κοντινότερων συγγενών του, το γκρίζο λύκο, το κογιότ και το σκύλο. Αποτελεί το είδος τσακαλιού με την ευρύτερη εξάπλωση σε Ευρώπη, Αφρική και Ασία, με 14 υποείδη σε όλη του την επικράτεια, ενώ το Canis aureus moreoticus είναι αυτό που απαντάται στη ΝΑ Ευρώπη, τη Μικρά Ασία και τον Καύκασο (Jhala & Moehlman, 2004). Το χρώμα του τριχώματος ποικίλει ανάλογα με την περιοχή και την εποχή, το βασικό όμως είναι χρυσό-καφετί, με σκουρόχρωμη πλάτη, μίξη μαύρου-γκρι και καφέ και ανοιχτόχρωμη κοιλιά, συνήθως πυρόξανθη ή λευκή. Η ουρά του είναι σχετικά κοντή, όχι ιδιαίτερα φουντωτή, με μαύρη άκρη, που την κρατάει ανάμεσα στα πόδια του όταν τρέχει. Το ύψος του δεν ξεπερνάει τα 70 εκ. και το σωματικό του βάρος κυμαίνεται από 8-13 kg.

Η κοινωνική οργάνωση του τσακαλιού παρουσιάζεται αρκετά ευέλικτη, σε άμεση σύνδεση με την κατανομή και τη διαθεσιμότητα των τροφικών πηγών. Η βασική κοινωνική μονάδα απαρτίζεται από το κυρίαρχο, αναπαραγόμενο ζεύγος, που μπορεί να συνοδεύεται από τα μικρά της ίδιας χρονιάς, καθώς και τα νεαρά άτομα-βοηθούς που γεννήθηκαν προηγούμενες χρονιές. Το σύνηθες μέγεθος ομάδας είναι 3-5 ζώα (Macdonald, 1979). Το σύστημα ζευγαρώματος είναι αυστηρά μονογαμικό, ενώ στο βόρειο ημισφαίριο η αναπαραγωγική περίοδος των τσακαλιών είναι συνήθως Φεβρουάριο-Μάρτιο. Τα μικρά γεννιούνται στα τέλη της Άνοιξης και ο αριθμός τους κυμαίνεται από 1-9, αν και συνηθέστερα 4-6. Τα μικρά ακολουθούν τους γονείς τους στο κυνήγι στην ηλικία των 11-12 εβδομάδων. Το μέγεθος της χωροκράτειας ποικίλει συνήθως από 1.1-20 τ.χλμ. ανάλογα με τη διαθεσιμότητα και την κατανομή των τροφικών πηγών (Macdonald, 1979).

Το τσακάλι δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις από το ενδιαίτημά του, ιδιότητα που του επιτρέπει να προσαρμόζεται σε ποικιλία ενδιαιτημάτων και να αξιοποιεί πληθώρα τροφικών πηγών. Έχει βρεθεί σε ημι-ερήμους, χορτολιβαδικές εκτάσεις, υγρότοπους, αραιά δάση, καλλιέργειες, ακόμη και ημιαστικές περιοχές. Φραγμούς στην εξάπλωσή του μπορούν να αποτελέσουν τα βουνά, με ψηλά και πυκνά δάση, οι καλυμμένες με χιόνι περιοχές, οι εκτεταμένες καλλιέργειες χωρίς παροχή κάλυψης, οι μεγάλες αστικές περιοχές και οι εγκατεστημένες χωροκράτειες λύκων. Παρά τη κατάταξή του στα σαρκοφάγα, είναι ουσιαστικά παμφάγο, εμφανίζοντας μάλιστα τυχοδιωκτική συμπεριφορά, ανάλογα με την εποχή και το ενδιαίτημα. Τροφικές αναλύσεις έχουν δείξει ότι καταναλώνει καρπούς και γενικώς φυτικό υλικό, ασπόνδυλα, ερπετά, αμφίβια, πουλιά και μικρά θηλαστικά, κυρίως τρωκτικά. Έχει χαρακτηριστεί, επίσης, ως “καθαριστής” της φύσης, αφού μεγάλο μέρος της δίαιτάς του απαρτίζεται από πτώματα ζώων και σκουπίδια.

Τα τσακάλια είναι ενεργά κυρίως το βράδυ, ιδιαίτερα σε περιοχές με έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα. Η βραδινή τους δραστηριότητα ξεκινά μετά τη δύση του ήλιου και σηματοδοτείται από την εκφώνηση ουρλιαχτών, μια δραστηριότητα με ιδιαίτερο ρόλο στην κοινωνική οργάνωση τους. Μέσω των ουρλιαχτών, τα τσακάλια κυρίως διακηρύσσουν τη χωροκράτειά τους, αποφεύγοντας τις άμεσες συγκρούσεις με γειτονικές ομάδες, επισημαίνουν την παρουσία κινδύνου ειδοποιώντας τα μικρά να προφυλαχτούν, απειλούν πιθανό εισβολέα και εκφράζουν υποτέλεια ή κυριαρχία.

Παρατηρήσεις στο πεδίο έχουν δείξει πως η σχέση του τσακαλιού με τα υπόλοιπα κυνοειδή είναι μάλλον ανταγωνιστική. Έχει διαπιστωθεί πως η παρουσία του λύκου δρα περιοριστικά στην κατανομή του τσακαλιού στη Βαλκανική χερσόνησο (Giannatos, 2004), ενώ η παρουσία και η μεγάλη πληθυσμιακή πυκνότητα τσακαλιών μπορεί να ασκήσει περιοριστική επίδραση στους πληθυσμούς των αλεπούδων (Scheinninetal, 2006, Szaboetal, 2009). Αντίθετα, τα αγριόσκυλα αν και συνυπάρχουν στις περιοχές εξάπλωσης των τσακαλιών, φαίνεται να απομακρύνουν τα τσακάλια τοπικά, όταν τα εντοπίσουν.

Στις κύριες απειλές του τσακαλιού περιλαμβάνονται ο κατακερματισμός και η αλλοίωση των βιότοπων του, η εγκατάλειψη των παραδοσιακών γεωργό-κτηνοτροφικών δραστηριοτήτων, η ανεξέλεγκτη χρήση δηλητηριασμένων δολωμάτων, η καταδίωξη, οι συγκρούσεις με οχήματα, οι ασθένειες και ο ανταγωνισμός με άλλα είδη (Giannatos, 2004, Μίγκλη & Γαληνός, 2010).

Σύμφωνα με την Ελληνική νομοθεσία δεν περιλαμβάνεται στα προστατευόμενα είδη, αλλά ούτε και στα θηρεύσιμα, ενώ δεν εξασφαλίζεται κάποιο καθεστώς προστασίας του από την ΕΕ, εφόσον δεν είναι είδος προστασίας κατά προτεραιότητα (Παράρτημα V, Οδηγία 92/43/ΕΟΚ). Από την άλλη μεριά, στο πρόσφατο Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ειδών Ζώων της Ελλάδας χαρακτηρίζεται ως Κινδυνεύον (ΕΝ). Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα, όπου οι πληθυσμοί του τσακαλιού μειώνονται καθώς στην υπόλοιπη Ευρώπη το είδος χαρακτηρίζεται ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος (LC), επιδεικνύοντας σε χώρες, όπως η Βουλγαρία, έως και σημάδια ανάκαμψης (Γιαννάτος, 2009).

 

Canis aureus

Canis aureus - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org


Canis aureus2 

Canis aureus - Πηγή Φωτογραφίας: www.gbif.org

 

Canis aureus3


Canis aureus4

Canis aureus, Λουσοί. Δειγματοληψία για τσακάλι, Τσιβλός. Πηγή Φωτογραφιών: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ.


 3. Felis silvestris (Schreber, 1777)

Κοινή ονομασία: Αγριόγατα (WildCat, Wildcat)

Οικογένεια: Felidae

Η αγριογάτα θεωρείται ως ο πρόγονος της σύγχρονης οικόσιτης γάτας (Driscoll et al., 2007). Είναι λίγο μεγαλύτερη από την κατοικίδια γάτα με πλούσιο τρίχωμα χρώματος γκρί, γκρί-καφέ, μακρύτερο κατά τους χειμερινούς μήνες. Η πιο χαρακτηριστική διαφορά της από την κατοικίδια γάτα μακροσκοπικά είναι η πολύ φουντωτή, κοντύτερη και με μαύρες ροζέτες ουρά της.

Είναι μοναχικό νυχτόβιο ζώο, με αυστηρά οριοθετημένες επικράτειες και έκταση που κυμαίνεται ανάλογα με την περιοχή, τους διαθέσιμους πόρους και την ποιότητα του ενδιαιτήματος. Σε κάθε περίπτωση, τα αρσενικά έχουν πάντα μεγαλύτερες επικράτειες (~15,7 τ. χλμ.) από τα θηλυκά (~5,7 τ. χλμ.) (Monterrosoetal, 2009). Η αναπαραγωγική περίοδος είναι διπλή, ήτοι από Δεκέμβριο έως Φεβρουάριο και από Μάιο έως Ιούλιο, και γεννά συνήθως 2-6 μικρά, τα οποία εμφανίζονται αναλόγως από Απρίλιο ως και Αύγουστο. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγικής περιόδου τα αρσενικά μετακινούνται σε μεγάλες αποστάσεις γύρω από τις χωροκράτειες των θηλυκών και παρουσιάζουν έντονη συμπεριφορά μαρκαρίσματος με απόθεση περιττωμάτων, ούρων με ισχυρή μυρωδιά και με γδαρσίματα σε κορμούς.

Τρωκτικά, λαγόμορφα και μικρά πουλιά αποτελούν την κύρια τροφή της (Γιαννάτος, 2003). Η αγριόγατα έχει αναφερθεί από το ύψος της θάλασσας έως σχεδόν 2000 μ. υψόμετρο. Φαίνεται ότι προτιμά δασώδεις και θαμνώδεις εκτάσεις, καθώς επίσης λιβάδια, παραποτάμιες περιοχές και υγροτόπους, όπου συναντάται σε μεγαλύτερες πυκνότητες (Monterroso et al., 2009, Driscoll & Nowell, 2010, da Silva, 2011).

Οι κύριες απειλές της αγριόγατας είναι ο υβριδισμός της με τις οικόσιτες γάτες, η συρρίκνωση και ο κατακερματισμός των ενδιαιτημάτων της, το παράνομο κυνήγι, η θνησιμότητα σε οδικούς άξονες και η χρήση δολωμάτων (Adamakopoulos, 1991, Stahl & Artois, 1994, Nowell & Jackson, 1996, Macdonaldetal., 2004, daSilva, 2011).

Στον κατάλογο της IUCN είναι χαρακτηρισμένο διεθνώς ως «μειωμένου ενδιαφέροντος» (LeastConcerned, LC), ενώ στην Ελλάδα θεωρείται ως «μη αξιολογηθέν - ΝΕ». Το είδος αναφέρεται στο παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), καθώς και στο παράρτημα ΙΙ της σύμβασης της Βέρνης.

 

Felis silvestris

Felis silvestris - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org

 

Άλλα είδη μεσαίων θηλαστικών που έχουν καταγραφεί στην περιοχή είναι τα εξής: το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus), το Αγριογούρουνο (Sus scrofa) και η αλεπού (Vulpes vulpes).

 

Capreolus

Capreolus capreolus, Λουσοί - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ


 

Sus scrofa Αροάνιος

Suss crofa, Αροάνιος - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Vulpes vulpes

Vulpes vulpes, Λίμνη Δόξα - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ



ii. ΜΙΚΡΟΘΗΛΑΣΤΙΚΑ

Στα σημαντικότερα είδη μικροθηλαστικών που απαντούν στην περιοχή περιλαμβάνεται ένα εδαφόβιο είδος (Cricetulus migratorius), δύο δενδρόβια είδη (Dryomys nitedula και Muscardi nusavellanarius) και ένα είδος σκαπτικού (ορυκτικού) μικροθηλαστικού (Microtus thomasi).

 

1. Microtus thomasi (Barrett-Hamilton, 1903)

Κοινή ονομασία: Σκαπτοποντικός τουThomas (Thomas's Pine Vole)

Οικογένεια: Cricetidae

Το είδος Microtus thomasi είναι ενδημικό της Βαλκανικής χερσονήσου (Mitchell-Jones et al., 1999), με ευρύτατη εξάπλωση στην ηπειρωτική Ελλάδα, από την Πελοπόννησο έως τη Μακεδονία, ενώ από τα νησιά έχει βρεθεί μόνο στην Εύβοια (Thanou et al., 2012, Tryfonopoulos et al., 2008, Thanou et al., 2005, Ρίζου 2001, Giagia-Athanasopoulou & Stamatopoulos, 1997, Giagia, 1985). Επίσης, το είδος έχει αναφερθεί στην πρώην Γιουγκοσλαβία (Mαυροβούνιο, Βοσνία και Ερζεγοβίνη) (Petrov & Zivcović, 1971) και στην Αλβανία (Krystufek et al., 2009).

Αποικίζει μια μεγάλη ποικιλία ενδιαιτημάτων σε υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας ως τα 1500 μ. Συχνά θεωρείται επιζήμιο για τις αγροτικές καλλιέργειες. Σχηματίζει εύρωστους πληθυσμούς κατά μήκος της γεωγραφικής του εξάπλωσης και είναι ανεκτικό στην επίδραση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στα φυσικά ενδιαιτήματα του είδους, με συνέπεια να χαρακτηρίζεται ως Μειωμένου Ενδιαφέροντος (Least Concern) στις λίστες των απειλούμενων ειδών της IUCN (Krystufek & Mitsain, 2008).

Τα μορφολογικά χαρακτηριστικά του σκαπτοποντικού Microtus thomasi έχουν διαμορφωθεί εξελικτικά, ώστε να εξυπηρετούν την υπόγεια διαβίωση. Το χαρακτηριστικό του είδους (και του γένους) είναι τα μικρά αυτιά. Η λέξη Microtus ετυμολογικά προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις μικρός και ους (=αυτί), δηλαδή ο ποντικός με τα μικρά αυτιά. Τα πόδια φέρουν ισχυρούς μηριαίους μύες και νύχια, καθώς χρησιμοποιούνται σαν σκαπτικά εργαλεία. Το κεφάλι και ο κορμός δε διαχωρίζονται με εμφανή λαιμό, ενώ το κρανίο είναι αρκετά μεγάλο σε σχέση με το σώμα σε αντίθεση με τα περισσότερα είδη της οικογένειας. Τα μάτια είναι μικρά και λαμπερά, εξασφαλίζοντας αρκετά καλή όραση στα άτομα, παρά τη μόνιμη υπόγεια διαβίωση. Το τρίχωμα είναι κοντό, λείο και με βελούδινη υφή, σε αποχρώσεις σκούρου καφέ έως γκρι ραχιαία και λευκού έως ανοικτό γκρι κοιλιακά. Το χρώμα του τριχώματος ποικίλει ανάλογα με την ηλικία (στα νεαρά άτομα είναι ανοικτόχρωμο γκρι), την διατροφή και την εποχή (Ροβάτσος, 2012).


2. Dryomys nitedula (Pallas, 1778)

Κοινή ονομασία: Δενδρομυωξός (Forest Dormouse)

Οικογένεια: Gliridae

O δενδρομυωξός μοιάζει με μικρόσωμο σκίουρο, ο σκίουρος ανήκει όμως σε διαφορετική οικογένεια από τους δενδρομυωξούς. Η ονομασία του γένους Dryomys προέρχεται από τις ελληνικές λέξεις δρυς και μυς, περιγράφοντας ένα είδος «ποντικού» που απαντάται σε δέντρα δρυός.

Είναι δενδρόβιος και δραστηριοποιείται τη νύχτα, οπότε η καταγραφή του μέσω οπτικής παρατήρησης είναι αρκετά σπάνια. Το είδος εξαπλώνεται στη ανατολική Ευρώπη και στην ηπειρωτική Ελλάδα. Το σώμα του φτάνει το μήκος των 13 εκατοστών, η ουρά μέχρι και τα 9,5 εκατοστά και το βάρος μέχρι και τα 60 γραμμάρια. Έχει σώμα επίμηκες και κυλινδρικό, με κεφάλι χωρίς διακριτό αυχένα και μακριά τριχωτή και φουντωτή ουρά. Έχει σχετικά μεγάλα μάτια και μικρά αυτιά και μια χαρακτηριστική μαύρη λωρίδα που ξεκινά από τα μουστάκια και μέσω των ματιών φτάνει μέχρι τη βάση των αυτιών. Φέρει ραχιαία καστανό/κιτρινωπό, καστανό/κοκκινωπό ή και γκρίζο τρίχωμα, κοιλιακά είναι ανοικτόχρωμο γκρίζο και η ουρά του είναι γκριζωπή με λευκόχρωμη άκρη.

Διαβιεί σε δάση φυλλοβόλων, κωνοφόρων ή και μικτά. Δημιουργεί φωλιές σε κοιλότητες δέντρων, ανάμεσα στα κλαδιά ή και σε σχισμές βράχων. Καταναλώνει κυρίως καρπούς, φρούτα, λειχήνες, ρίζες, αλλά και έντομα και προνύμφες. Πέφτει σε χειμερία νάρκη ανάλογα με τη διάρκεια και τη δριμύτητα του χειμώνα σε κάθε περιοχή. Δεν υφίσταται άμεσες απειλές εξαιτίας του νυχτερινού τρόπου ζωής του, όμως σημαντικές είναι οι έμμεσες πιέσεις. Η συνεχής απώλεια δασικών εκτάσεων λόγω των ανθρώπινων δραστηριοτήτων οδηγεί στη συρρίκνωση, την υποβάθμιση, ή και τον κατακερματισμό των οικοτόπων που διαβιεί το είδος.

Το είδος αναφέρεται στο παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), καθώς και στο παράρτημα ΙΙΙ της σύμβασης της Βέρνης.

 

Dryomys nitedula

Dryomys nitedula - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org

 

Dryomys nitedula2

Dryomys nitedula3

Dryomys nitedula, σε μικτό δάσος στη Λίμνη Δόξα, στα πλαίσια του προγράμματος παρακολούθησης. Πηγή Φωτογραφιών: Γ. Μήτσαινας, από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 

 


 

3. Muscardinus avellanarius (Linnaeus, 1758)

Κοινή ονομασία: Βουνομυωξός (Hazel Dormouse, Common Dormouse)

Οικογένεια: Gliridae

Αποτελεί το σπανιότερο και λιγότερο μελετημένο είδος μυωξού της Ελλάδας (με εξαίρεση το Myomimus roachi της Α. Θράκης).

Ο Βουνομυωξός εμφανίζεται στην Ευρώπη και βόρεια στη Μικρά Ασία. Στην ηπειρωτική Ευρώπη είναι αρκετά διαδεδομένος, αν και απουσιάζει από την Ιβηρική Χερσόνησο, τη νοτιοδυτική Γαλλία, και από τα βόρεια τμήματα της Σκανδιναβίας και της Ρωσίας, Απουσιάζει επίσης από την ανατολική Ουκρανία και τη νότια Ρωσία. Νησιωτικοί πληθυσμοί εμφανίζονται στη νότια Βρετανία, την Κέρκυρα και τη Σικελία. Στις Άλπεις εμφανίζεται έως τα 1.920 μέτρα (http://www.iucnredlist.org/).

Κατοικεί σε φυλλοβόλα δάση, δασύλλια και άλλες δασώδεις περιοχές με πυκνό θαμνώδη υπο-όροφο. Εμφανίζεται, επίσης, σε δενδροστοιχίες ανάμεσα σε χωράφια. Είναι δενδρόβιος και αναζητά άνθη, καρπούς και φρούτα για να τραφεί.

Το είδος αναφέρεται στο παράρτημα IV της Οδηγίας των Οικοτόπων (92/43/ΕΟΚ), καθώς και στο παράρτημα ΙΙΙ της σύμβασης της Βέρνης.

 Muscardinus avellanarius

             Muscardinus avellanarius - Πηγή Φωτογραφίας: www.iucnredlist.org


 


 4. Cricetulus migratorius (Pallas, 1773)

Κοινή ονομασία: Νανοκρικετός (Gray Dwarf Hamster, Grey Hamster)

Οικογένεια: Cricetidae

Ο Νανοκρικετός αποτελεί ένα από τα λιγότερο γνωστά είδη τρωκτικών της ελληνικής πανίδας, γι' αυτό είναι ελάχιστες και πολύ παλαιές οι αναφορές ως προς την παρουσία και εξάπλωσή του στον ελληνικό χώρο. Ζει σε ξηρά λιβάδια, στέπες, σε καλλιεργούμενες εκτάσεις και κήπους. Προτιμά περιοχές με σχετικά αραιή βλάστηση και αποφεύγει τα δάση και τους υγρούς βιότοπους. Τρέφεται συνήθως με ρίζες, βλαστούς και σπέρματα φυτών (www.iucnredlist.org).

Άλλα είδη της ομάδας των μικροθηλαστικών που έχουν καταγραφεί στην περιοχή είναι τα εξής: Apodemus flavicollis (Κιτρινολαιμος θαμνοποντικός), Crocidura suaveolens (Μυγαλή), Lepus europaeus carpathous (Λαγός της Καρπάθου), Martes foina (Κουνάβι), Meles meles (Ασβός), Mustela nivalis galinthias (Νυφίτσα), Myoxus glis (Μυωξός).

Lepus europaeus

Lepus europaeus, Λίμνη Δόξα - Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Martes foina

Martes foina- Στα πλαίσια του προγράμματος παρακολούθησης. Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Meles meles

Meles meles, Βουραϊκός - Στα πλαίσια του προγράμματος παρακολούθησης. Πηγή Φωτογραφίας: Μίγκλη Δ., από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Apodemus flavicollis

Apodemus flavicollis, Λίμνη Δόξα - Πηγή Φωτογραφίας: Χ. Βλωτή, από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Apodemus flavicollis2

Μέτρηση και σήμανση Apodemus flavicollis, Αισθητικό Δάσος Καλαβρύτων - Στα πλαίσια του προγράμματος παρακολούθησης,

Πηγή Φωτογραφίας: Γ. Μήτσαινας, από το αρχείο του ΦΔΧΒ

 

Crocidura suaveolens

Crocidura suaveolens, μικτό δάσος στη Λίμνη Δόξα- Στα πλαίσια του προγράμματος Παρακολούθησης,

Πηγή Φωτογραφίας: Γ. Μήτσαινας, από το αρχείο του ΦΔΧΒ


Myoxus glis

Myoxus glis, μικτό δάσος στη Λίμνη Δόξα- Στα πλαίσια του προγράμματος Παρακολούθησης.

Πηγή Φωτογραφίας: Γ. Μήτσαινας, από το αρχείο του ΦΔΧΒ


 

iii.ΧΕΙΡΟΠΤΕΡΑ

Οι Νυχτερίδες είναι θηλαστικά που σχηματίζουν την τάξη των Χειρόπτερων (Chiroptera). Είναι τα μόνα θηλαστικά που μπορούν να πετούν. Αναφορικά με τις τάξεις των θηλαστικών της Ελλάδας, τα Χειρόπτερα (νυχτερίδες) είναι η πολυπληθέστερη τάξη, περιλαμβάνοντας 35 από τα 43 είδη που απαντώνται στην Ευρώπη (Λεγάκις & Μαραγκού, 2009).

Οι νυχτερίδες δε φτιάχνουν φωλιές, ζουν σε σπήλαια, ορυχεία και άλλες υπόγειες στοές, σχισμές σε βράχια, κοιλότητες δέντρων, γεφύρια, εγκαταλελειμμένα σπίτια, κ.α. Τη νύχτα βγαίνουν από τα καταφύγιά τους και αναζητούν την τροφή τους σε πληθώρα οικοσυστημάτων όπως υγρότοπους, δάση, καλλιέργειες, βοσκοτόπια, ακόμα και κατοικημένες περιοχές.

Κυνηγούν έντομα και άλλα αρθρόποδα, όπως αράχνες. Πρόκειται για ένα ανεκτίμητο φυσικό εντομοκτόνο, καθώς καταναλώνουν κάθε νύχτα ποσότητα εντόμων ίση με το μισό τουλάχιστον του βάρους τους. Για παράδειγμα, αν μια νυχτερίδα βάρους 6 γραμμαρίων καταναλώνει 3 γρ. εντόμων κάθε νύχτα, 1000 τέτοιες νυχτερίδες καταναλώνουν 90 κιλά εντόμων περίπου σε έναν μήνα!

Όλα τα είδη νυχτερίδων της Ελλάδας προστατεύονται αυστηρά από την εθνική και τη διεθνή νομοθεσία. Η θανάτωσή τους απαγορεύεται, λόγω του εξαιρετικά σημαντικού ρόλου τους για τα οικοσυστήματα, της ευαισθησίας τους και των απειλών που αντιμετωπίζουν από την αλόγιστη επέκταση των ανθρώπινων δραστηριοτήτων (π.χ. αποψιλώσεις ώριμων δασών, αποξηράνσεις υγροτόπων, βανδαλισμούς σε σπήλαια, εντατική γεωργία, κ.α.).

 

1. Σπήλαιο Καστριών (ή Σπήλαιο Λιμνών) με κωδικό «GR2320009».

 

 

spilaio

Σπήλαιο των Λιμνών – Πηγή Φωτογραφίας: Ε. Παπαδάτου

 

Η περιοχή χαρακτηρίστηκε ως Natura 2000 λόγω της εξαιρετικής σημασίας του σπηλαίου για τη διατήρηση των ειδών Miniopterus schreibersii, Myotis blythii, Myotis myotis, Rhinolophus ferrumequinum και Rhinolophus mehelyitα, τα οποία αποτελούν είδη χαρακτηρισμού. Φιλοξενεί 10 είδη νυχτερίδων, δηλαδή όλα σχεδόν τα είδη που σχηματίζουν αποικίες εντός σπηλαίων στην Ελλάδα!

Μένουν στο σπήλαιο όλο το χρόνο. Αυτό σημαίνει κατά κύριο λόγο ότι (α) παρέχει τις κατάλληλες συνθήκες θερμοκρασίας και υγρασίας, και (β) περιβάλλεται από ποικιλία ενδιαιτημάτων σε καλή κατάσταση διατήρησης που παρέχουν πλούσια γεύματα στα ζώα!

Λόγω της παρουσίας επισκεπτών, συνήθως πλέον βρίσκονται στα βαθύτερα τμήματα του σπηλαίου που δεν είναι επισκέψιμα. Ωστόσο, μπορεί να εμφανιστούν και στα επισκέψιμα τμήματα, ανάλογα με τις ανάγκες τους και υπό την προϋπόθεση ότι τα επίπεδα θορύβου παραμένουν χαμηλά. Παλαιότερα, σχημάτιζαν αποικίες σε όλο το μήκος του σπηλαίου, όπως φανερώνουν οι «λεκέδες» στην οροφή.

Όλα τα είδη νυχτερίδων του σπηλαίου εντάσσονται στο Παράρτημα ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ «για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας», δηλαδή πρόκειται για είδη για τα οποία θεσπίζονται περιοχές προστασίας. Το Σπήλαιο των Λιμνών εντάσσεται στο Ευρωπαϊκό Δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 (GR2320009).

 

Τα είδη νυχτερίδων του Σπηλαίου των Λιμνών

α/α

Επιστημονική ονομασία

Κοινό όνομα

1

Rhinolophus hipposideros

Μικρορινόλοφος

2

Rhinolophus ferrumequinum

Τρανορινόλοφος

3

Rhinolophus blasii

Ρινόλοφος του Blasius

4

Rhinolophus euryale

Μεσορινόλοφος

5

Rhinolophus mehelyi

Ρινόλοφος του Mehely

6

Myotis capaccinii

Ποδαρομυωτίδα

7

Myotis emarginatus

Πυρρομυωτίδα

8

Myotis blythii oxygnathus

Μικρομυωτίδα

9

Myotis myotis

Τρανομυωτίδα

10

Miniopterus schreibersii

Πτερυγονυχτερίδα

 

Οι ρινόλοφοι: Στο Σπήλαιο των Λιμνών απαντώνται και τα 5 Ευρωπαικά είδη ρινόλοφων. Έχουν περίπλοκη μύτη που μοιάζει με πέταλο γύρω από τα ρουθούνια και με λοφίο πάνω από αυτά, εξού και το όνομα «ρινό-λοφος». Γενικά, το τρίχωμά τους έχει αποχρώσεις μπεζ-καφέ, αλλά τα μικρά τους έχουν χρώμα γκρίζο. Συχνά σχηματίζουν αποικίες μερικών δεκάδων έως και εκατοντάδων ατόμων.

Ο Μικρορινόλοφος (Rhinolophus hipposideros) είναι ο μικρότερος ρινόλοφος και μια από τις μικρότερες σε μέγεθος νυχτερίδες της Ελλάδας, πιο μικρή και από το μικρό μας δαχτυλάκι. Όταν βρίσκεται σε βαθύ λήθαργο, τυλίγεται εντελώς στις φτερούγες της και μοιάζει με σακκουλάκι.

 

 Rhinolophus hipposideros

Rhinolophus hipposideros - Πηγή Φωτογραφίας: Ε. Παπαδάτου


Rhinolophus hipposideros 8

Rhinolophus hipposideros - Πηγή Φωτογραφίας: Ε. Παπαδάτου

 

 


Ο Τρανορινόλοφος (Rhinolophus ferrumequinum) είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος από τα 5 είδη ρινόλοφων. Δείχνει μια προτίμηση σε μεγάλα σκαθάρια και νυχτοπεταλούδες ως γεύμα. Γεννά και μεγαλώνει τα μικρά του στο Σπήλαιο των Λιμνών.

 

Rhinolophus ferrumequinum

Rhinolophus ferrumequinum - Πηγή Φωτογραφίας: Ε. Παπαδάτου

 

Rhinolophus ferrumequinum 58

Rhinolophus ferrumequinum - Πηγή Φωτογραφίας: C. Dietz


Ο Ρινόλοφος του Blasius (Rhinolophus blasii) μοιάζει πολύ με τον Μεσορινόλοφο (Rhinolophus euryale). Συνήθως τους ξεχωρίζουμε από διαφορετικά χαρακτηριστικά της μύτης και των φτερούγων τους. Ο Ρινόλοφος του Mehely (Rhinolophus mehelyi) έχει τρίχωμα ασπριδερό και μια σκούρα μάσκα γύρω από τα μάτια. Ο Ρινόλοφος του Blasius γεννά και μεγαλώνει τα μικρά του στο Σπήλαιο των Λιμνών.

Rhinolophus blasii

Rhinolophus blasii - Πηγή Φωτογραφίας: Π. Γεωργιακάκη


Rhinolophus euryale

Rhinolophus euryale - Πηγή Φωτογραφίας: C. Dietz


Rhinolophus mehelyi

Rhinolophus mehelyi - Πηγή Φωτογραφίας: C. Dietz

 

 

 

Η Ποδαρομυωτίδα (Myotis capaccinii) έχει τεράστιες πατούσες, εξού και το κάπως κακόηχο όνομα. Τις χρησιμοποιεί σαν «σκούπα» για να πιάνει έντομα πάνω από επιφάνειες νερού, όπου κυνηγά σχεδόν αποκλειστικά. Το τρίχωμα στη ράχη της είναι καφέ-γκρίζο και στην κοιλιά της ασπριδερό. Είναι Μεσογειακό είδος που προτιμά σπήλαια κοντά σε ποτάμια, λίμνες, κ.α. Γεννά και μεγαλώνει τα μικρά της στο σπήλαιο.

Η Πυρρομυωτίδα (Myotis emarginatus) έχει χαρακτηριστικό κοκκινωπό κάπως αναμαλλιασμένο τρίχωμα. Συχνά πιάνει έντομα πάνω από φύλλα και άλλες επιφάνειες, δείχνοντας προτίμηση σε αράχνες και μύγες. Γεννά και μεγαλώνει τα μικρά της στο σπήλαιο.

Η Μικρομυωτίδα (Myotis blythii) και η Τρανομυωτίδα (Myotis myotis) είναι μεγάλες νυχτερίδες με μεγάλα αυτιά, μακριά μουσούδα, καφετιά ράχη και ασπριδερή κοιλιά, που κυνηγούν έντομα συχνά χαμηλά πάνω από το έδαφος. Μοιάζουν πολύ μεταξύ τους. Η Μικρομυωτίδα έχει συχνά μια ασπριδερή βούλα στο τρίχωμα ανάμεσα στα αυτιά.

Η Πτερυγονυχτερίδα (Miniopterus schreibersii) έχει χαρακτηριστικά μακριές και λεπτές φτερούγες και κοντά αυτιά και μουσούδα. Η πυκνή καφετιά-γκρίζα γούνα της την κάνει να μοιάζει λίγο «φουσκωτή». Συχνά σχηματίζει αποικίες εκατοντάδων έως χιλιάδων ατόμων. Στο Σπήλαιο των Λιμνών έχουν καταγραφεί τουλάχιστον 700-800 άτομα.


 2. Φαράγγι Βουραϊκού «GR2320003».

Στην περιοχή απαντάται το είδος Plecotus kolombatovici, το οποίο έχει ευρύτερη κατανομή στην Ελλάδα.

Επιπλέον, στην ευρύτερη περιοχή απαντώνται επιπλέον τα είδη:

- Pipistrellus kuhlii (Φαράγγι Βουραϊκού, Τεχνητή Λίμνη Δόξας Φενεού).

- Pipistrellus pygmaeus (Φαράγγι Βουραϊκού, Τεχνητή Λίμνη Δόξας Φενεού).

- Hypsugο savii (περιοχή Σπηλαίου Καστριών, Τεχνητή Λίμνη Δόξας Φενεού).

- Myotis nattereri (περιοχή Σπηλαίου Καστριών και Χελμός προς Αροάνια).

- Rhinolophus hipposideros (περιοχή Καστριών).

- Tadarida teniotis (Καλάβρυτα).

 

3. Τεχνητή Λίμνη Δόξας Φενεού

Έχει καταγραφεί το είδος Myotis capaccinii.


 

Βιβλιογραφία

  1. -    Λεγάκις, Α. & Μαραγκού, Π., (2009): Το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της    Ελλάδας. Ελληνική Ζωολογική Εταιρεία, Αθήνα, 528 σελ.
  2. -   Macdonald, D.W. (1979): Patterns of scent marking with urine and faeces amongst carnivore communities. In: Olfaction in mammals. Stoddart D.M. (ed.). Proc. Symp. Zool. Soc. Lond.
  3. -    Mason C. and MacDonald S., (1990): The riparian woody plant community of regulated rivers in eastern England. Regul. Rivers 5: 159-166.
  4. -    Mason C. and MacDonald S., (1986): Otters. Ecology and Conservation. Cambridge     University Press, New York.
  5. -    MacDonald, K. A. ; Penno, J. W. ; Kolver, E. S. ; Carter, W. A. ; Lancaster, J. A., 1998. Balancing pasture and maize silage diets for dairy cows using urea, soybean meal or fishmeal. Proceedings of the New Zealand Society of Animal Production 58: 102-105.
  6. -    Gaethlich, M., (1988): Otters in Western Greece and Corfu. IUCN Otter Spec. Group      Bull. 3: 17 – 23.
  7. -    Jhala, Y. V. & Moehlman, P. D. 2004: Golden jackal Canis aureus Linnaeus, 1758. — In: Sillero-Zubiri, C., Hoffmann, M. D. & Macdonald, W. (eds.), Canids: foxes, wolves, jackals and dogs: status survey and sonservation action plan IUCN: 156–161. The World Conservation Union, Cambridge.
  8. -    Giannatos, G., 2004. Conservation Action Plan for the golden jackal Canis aureus L. in  Greece. WWF Greece. pp. 47.
  9. -     http://www.gbif.org/
  10. -     http://www.iucnredlist.org/

 


 

 

ypourgeio