Εκτύπωση

Χλωρίδα


Ο χλωριδικός πλούτος της περιοχής σχετίζεται με το γεγονός ότι έχει τη μεγαλύτερη ποικιλότητα ενδιαιτημάτων σε σχέση με κάθε άλλο ορεινό όγκο της Πελοποννήσου.

Ο Χελμός θεωρείται θερμό σημείο βιοποικιλότητας της ενδημικής χλωρίδας, φιλοξενώντας υψηλό αριθμό φυτικών taxa - συμπεριλαμβανομένων ελληνικών ενδημικών, ενδημικών της Πελοποννήσου και τοπικών ενδημικών ειδών, πολλά από τα οποία είτε ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες επικινδυνότητας του Βιβλίου Ερυθρών δεδομένων της IUCN, ή/και είναι ενταγμένα σε διεθνές καθεστώς προστασίας, καθώς και μονάδων βλάστησης) - και τύπων οικοτόπων σημαντικών τόσο σε εθνικό, όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο.

Παρακάτω, παρουσιάζονται κάποια από τα σημαντικά, σπάνια και απειλούμενα είδη χλωρίδας της περιοχής.


1. Adonis cyllenea

Οικογένεια: Ranunculaceae

Ο Άδωνις της Κυλλήνης συλλέχτηκε για πρώτη φορά το 1848 από τον Theodor von Heldreich στο όρος Κυλλήνη (Ζήρεια). Για πολλά χρόνια θεωρήθηκε εξαφανισμένος, αλλά ξαναβρέθηκε μετά το 1986 και μάλιστα σε αρκετά βουνά της Βόρειας Πελοποννήσου. Θεωρείται ενδημικό των βουνών της B. Πελοποννήσου (Ζήρεια, Ολίγυρτος, Τραχύ, Σαϊτάς). Είναι πολυετής πόα, ύψους 25-60(80) εκατοστά με βραχύ διακλαδισμένο ρίζωμα. Διαθέτει κίτρινα άνθη, με 8-15 πέταλα αποστρογγυλωμένα ή ελφρώς οδοντωτά στην απόληξή τους. Φύεται μαζί με άλλα σημαντικά είδη, όπως την Biebersteinia orphanidis. Παρά την περιεκτικότητα σε δηλητηριώδη φυτοχημικά συστατικά, βόσκεται εκτεταμένα από οικόσιτα ζώα, κυρίως αίγες. Περιλαμβάνεται και στα δύο Βιβλία Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (1995 & 2009). Φύεται σε δολίνες και ήπιες πλαγιές.


2. Alchemilla aroanica

Οικογένεια: Rosaceae

Είναι τοπικό ενδημικό είδος με περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση στο φαράγγι της Στύγας. Περιγράφηκε το 1906, αρχικά ως Alchemilla acutiloba Steven subsp. aroanica Buser, βάσει δειγμάτων που είχε συλλέξει ο Heldreich, πιθανώς από την περιοχή των Υδάτων της Στύγας. Αποτελεί ένα πολυετές ποώδες φυτό, με ρίζωμα. Αναπτύσσεται αποκλειστικά σε υγρές θέσεις, κατά μήκος ρεμάτων και σε πηγές. Εξαπλώνεται σε υψόμετρο 1200-2000 m. Το ενδιαίτημα του είδους είναι εξαιρετικά ευαίσθητο όσον αφορά οποιαδήποτε διαταραχή του υδρολογικού κύκλου και η παρακολούθησή του είναι απολύτως απαραίτητη εξαιτίας κυρίως της επίδρασης της κλιματικής αλλαγής. Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (1995) ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN.


Alchemilla aroanica

Κοντινή λήψη ατόμου Alchemilla aroanica, κατά την ανθοφορία του (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)



Alchemilla aroanica2

Ενδιαίτημα του φυτού Alchemilla aroanica (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


3. Allium brussalisii

Οικογένεια: Alliaceae

Το Allium brussalisii έχει περιορισμένη εξάπλωση στο Φαράγγι του Βουραϊκού και τα όρη Πάρνηθα και Πάρνωνας. Περιγράφηκε πρόσφατα (2008) από το όρος Πάρνηθα της Αττικής. Αναπτύσσεται γενικά σε αραιές συστάδες δασών με Pinus halepensis subsp. halepensis και Abies cephalonica, στον υπόροφο αραιών θαμνώνων με Quercus coccifera, Arbutus unedo, κλπ., και σε φρυγανικές διαπλάσεις, σε υψόμετρο 300-1000 m, και σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα.Ο μικρός υποπληθυσμός του είδους στον Βουραϊκό καταλαμβάνει μικρή έκταση και ο βιότοπός του σε κάποιες περιπτώσεις έχει διαταραχθεί, καθώς η περιοχή όπου εμφανίζεται, είχε πληγεί από την πυρκαγιά του 2007. Άλλες απειλές για το ενδιαίτημα του αποτελούν η βόσκηση, το ποδοπάτημα και η ξύλευση.

alliubrusalissi

Ανθισμένο άτομο Allium brussalisii (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


4. Aquilegia ottonis subsp. ottonis

Οικογένεια: Ranunculaceae

Κοινή ονομασία: Κολομπίνα ή Ακουϊλέγια του Όθωνα

Το είδος Aquilegia ottonis περιγράφηκε το 1854 από δείγματα που είχε συλλέξει ο Θεόδωρος Ορφανίδης από την περιοχή του Χελμού. Το είδος αυτό, εκτός από το τυπικό υποείδος, περιλαμβάνει δύο ακόμα υποείδη. Το subsp. taygetea (Orph.) Strid είναι ενδημικό του Ταΰγετου, ενώ το subsp. amaliae (Boiss.) Strid εξαπλώνεται στα όρη της Β. Ελλάδας και της Ν. Βαλκανικής. Το subsp. ottonis έχει κύρια εξάπλωση στο Χελμό και εμφανίζεται επίσης στη Γκιώνα και τον Παρνασσό (όπου η παρουσία του δεν έχει επιβεβαιωθεί πρόσφατα). Συνήθως σχηματίζει ολιγομελείς ομάδες και θεωρείται σπάνιο. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN. Αναπτύσσεται σε υγρές και σχετικά σκιερές θέσεις σε ορεινές περιοχές, σε βράχια, πετρώδεις θέσεις και σάρρες, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα και σε υψόμετρο 1100-2000 m. Η βόσκηση και η συλλογή είναι οι σημαντικότερες απειλές για το εντυπωσιακό αυτό φυτό και η παρακολούθηση των υποπληθυσμών του είναι απαραίτητη.

aquilegia

Aquilegia ottonis subsp. ottonis σε ανθοφορία (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

 5. Aurinia moreana

Οικογένεια: Brassicaceae

Είναι ενδημικό της Πελοποννήσου με εξάπλωση στα βουνά Ερύμανθο, Ζήρεια (Κυλλήνη), Ολίγυρτο, Παναχαϊκό, Χελμό. Φύεται σε ασβεστολιθικούς βράχους και βραχώδη εδάφη.

 

6. Biebersteinia orphanidis

Οικογένεια: Biebersteiniaceae

Η Biebersteinia orphanidis περιγράφτηκε το 1854 από την Κυλλήνη (Ζήρεια). Εμφανίζεται στους ορεινούς όγκους Κυλλήνη, Ολίγυρτο, Σαϊτά, Τραχύ. Εμφανίζεται επίσης στην οροσειρά του Ταύρου και την Κ. Τουρκία. Θεωρείτο εξαφανισθέν είδος από την Ελλάδα και την Ευρώπη, έως την επανανακάλυψή της το 1994 στο όρος Σαϊτάς. Πρόκειται για πολυετή πόα με ρίζωμα παχύ και ξυλώδες. Φύεται μαζί με άλλα σημαντικά είδη, όπως τον Adonis cyllenea. Απειλές αποτελούν η περιορισμένη εμφάνιση, η βόσκηση από αιγοπρόβοτα και η συλλογή από κτηνοτρόφους που θεωρούν το φυτό ως τονωτικό και θεραπευτικό για τα ζώα. Περιλαμβάνεται στο Βιβλίο Ερυθρών Δεδομένων των Σπάνιων & Απειλούμενων Φυτών της Ελλάδας (2009).


7. Campanula aizoides

Οικογένεια: Campanulaceae 

Κοινή ονομασία: Καμπανούλα

H Campanula aizoides αποτελεί ενδημικό είδος της Ελλάδας. Είναι γνωστό μόνο από το όρος Χελμός και τα Λευκά Όρη στην Κρήτη, δυο περιοχές δηλαδή που απέχουν μεταξύ τους περισσότερο από 330 χλμ. Το είδος είναι σε γενικές γραμμές σπάνιο, σχηματίζοντας μικρούς πληθυσμούς, τους οποίους ωστόσο συναντά κανείς διάσπαρτους σε μεγάλη έκταση στην ανώτερη υψομετρική βαθμίδα του Χελμού. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN. Προστατεύεται επίσης από το Π.Δ. 67/1981. Συναντάται σε σχισμές και αναβαθμίδες ασβεστολιθικών βράχων, βραχώδη εδάφη, ασβεστολιθικές απότομες πλαγιές και χαράδρες βράχων σε υψόμετρο 1800-2300 m. Η βόσκηση αποτελεί σημαντική απειλή σε θέσεις όπου είναι προσιτές από αιγοπρόβατα. Επιπλέον, ο βιολογικός κύκλος του είδους (μονοκαρπικό πολυετές ή διετές), οι πολύ μικροί υποπληθυσμοί του (συχνά λιγότερα από 10 άτομα) και το μικρό ποσοστό των ατόμων κάθε πληθυσμού που φθάνουν σε αναπαραγωγική ωριμότητα, συμβάλλουν ιδιαίτερα στην περιορισμένη εξάπλωσή του.

aizoides

Ενδιαίτημα της Campanula aizoides (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

aizoides2

Ανθισμένο άτομο Campanula aizoides (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


8. Campanula asperuloides

Οικογένεια: Campanulaceae 

Κοινή ονομασίαΚαμπανούλα

Η Campanula asperuloides περιγράφηκε το 1856, αρχικά ως Trachelium asperuloides και είναι ένα ενδημικό είδος της Πελοποννήσου. Είναι χασμοφυτικό είδος, με γνωστούς πληθυσμούς στα όρη Χελμός, Ταΰγετος, Πάρνωνας, Κουλοχέρα, καθώς και στην περιοχή της Ευρωστίνης. Στον Χελμό, το είδος είναι γνωστό μόνο από την περιοχή της Στύγας. Συναντάται σε απόκρημνους ασβεστολιθικούς βράχους, κρημνούς ή κροκαλοπαγή εδάφη σε σκιερά και προστατευμένα μέρη με Β ή ΒΔ προσανατολισμό. Εξαπλώνεται από τα 400 m (θέσεις στον Πάρνωνα) μέχρι τα 1800 m (θέσεις στο Χελμό). Το είδος αναπτύσσεται σε εξαιρετικά δυσπρόσιτες θέσεις και δεν κινδυνεύει από ανθρώπινες δραστηριότητες. Η βόσκηση αποτελεί απειλή μόνο σε θέσεις όπου είναι προσιτές από αιγοπρόβατα. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN.

asperuloides

Campanula asperuloides σε ανθοφορία (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

9. Centaurea athoa subsp. chelmea

Οικογένεια: Asteraceae         

Κοινή ονομασία: Κενταύρια

Το είδος Centaurea athoa είναι ενδημικό στην Ελλάδα και περιλαμβάνει τα τρία υποείδη subsp. athoa, subsp. parnonia και subsp. chelmea. Το υποείδος chelmea περιγράφηκε το 2015 από τις πλαγιές της Νουρντουβάνας και είναι τοπικό ενδημικό του Χελμού. Βρέθηκε σε βραχώδη εδάφη κατά μήκος δασικών δρόμων και ξέφωτα δασών Κεφαλληνιακής ελάτης (1125 μ).

Centaurea athoa

Κεφάλιο και φύλλα βάσης της Centaurea athoa subsp. chelmea KitTan

(φωτογραφία από PHYTOLOGIA BALCANICA 21 (3), 2015)


10. Cicer graecum

Οικογένεια: Fabaceae

Το Cicer graecum περιγράφηκε το 1856 από την περιοχή των Τρικάλων Κορινθίας στο όρος Κυλλήνη. Θεωρείται συγγενικό του Cicer floribundum Fenzl, που είναι ενδημικό της Νότιας Τουρκίας και του ρεβυθιού Cicer arietinum.Έχει γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στη βόρεια Πελοπόννησο, στην ευρύτερη περιοχή των ορέων Χελμός και Κυλήνη. Είναι γνωστό από το βόρειο τμήμα της περιοχής ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού, όπου εξαπλώνεται σε χαμηλά και μεσαία υψόμετρα. Σχηματίζει διάσπαρτους ολιγομελείς υποπληθυσμούς και αυτοί που παρατηρήθηκαν βρίσκονταν σε ελαφρώς διαταραγμένες θέσεις. Συναντάται συνήθως σε φρύγανα, παρυφές δασών Pinus halepensis, Pinus nigra και Abies cephalonica, παραδοσιακά καλλιεργούμενους ελαιώνες, πρανή δασικών δρόμων και όχθες ρεμάτων, σε ασβεστολιθικό υπόβαθρο ή σε ψαμμίτες, σε υψόμετρο 1500-1600 m. Έχει χαρακτηρισθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN εξαιτίας της σπανιότητάς του. Οι δασικές πυρκαγιές, η βόσκηση, η ξύλευση, η εναπόθεση απορριμάτων και αδρανών υλικών αποτελούν τις κύριες απειλές του.

Cicer graecum

Ανθισμένο άτομο Cicer graecum (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

Cicer graecum2

Άτομο Cicer graecumμε καρπούς (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

11. Corydalis blanda subsp. oxelmannii

Οικογένεια: Fumariaceae

Η Corydalis blanda subsp. oxelmannii περιγράφηκε το 1996, αποτελούσε τοπικό ενδημικό είδος του Χελμού και πρόσφατα αναφέρθηκε και από το Όρος Κυλλήνη. Το είδος περιλαμβάνει τρία ακόμα υποείδη με μικρές μορφολογικές διαφορές μεταξύ τους. Αναπτύσσεται σε πετρώδη αλπικά λιβάδια και σάρρες, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα και σε υψόμετρο 1800-2300 m. Πίεση αποτελεί η δημιουργία των εγκαταστάσεων του χιονοδρομικού κέντρου Καλαβρύτων.

Corydalis

Ανθισμένο άτομο Corydalis blanda subsp. oxelmannii (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


12. Dianthus mercurii

Οικογένεια: Caryophylaceae

Κοινή ονομασία: Δίανθος Αγριογαρύφαλλο

Το Dianthus mercurii περιγράφηκε το 1874 από το όρος Κυλλήνη. Είναι ενδημικό είδος της βόρειας Πελοποννήσου με περιορισμένη εξάπλωση στο φαράγγι του Βουραϊκού και στα όρη Κυλλήνη και Κλωκό. Βρίσκεται σε πετρώδεις και βραχώδεις θέσεις σε ασβεστόλιθο, σε υψόμετρο 800-1200 μ. και προστατεύεται από το Π.Δ. 67/1981.


dianthus1

Dianthus mercurii σε περίοδο ανθοφορίας (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

dianthus2

Ενδιαίτημα του Dianthus mercurii (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

13. Dichoropetalum achaium

Οικογένεια: Apiaceae

Το Dichoropetalum achaicum περιγράφηκε ως Peucedanum achaicum το 1908 από φυτικό δείγμα που συλλέχθηκε το 1896, από το φαράγγι του Βουραϊκού, κοντά στο χωριό Ζαχλωρού. Είναι ενδημικό είδος της βόρειας Πελοποννήσου με γεωγραφική εξάπλωση περιορισμένη στο όρος Παναχαϊκό και στο φαράγγι του Βουραϊκού στον Χελμό. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-ΒουραϊκούΑναπτύσσεται σε βραχώδεις πλαγιές και σάρρες, σε ασβεστόλιθο ή κροκαλοπαγή πετρώματα, σε υψόμετρο 550-1100 μ. Ο βιότοπός του δεν είναι εύκολα προσβάσιμος, τόσο από ανθρώπους, όσο και από ζώα και η προσοχή θα πρέπει να επικεντρωθεί σε πιθανούς κινδύνους που προκύπτουν από τη φυσική σπανιότητα του είδους και ενδογενείς παράγοντες.

dichoropetalum

Χαρακτηριστικοί καρποί του Dichoropetalum achaicum (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

14. Globularia stygia

Οικογένεια: Globulariaceae

Κοινή ονομασία: Γκλομπουλάρια της Στύγας

To φυτικό είδος Globularia stygia Orphex Boiss. περιγράφηκε το 1859. Αποτελεί είδος προτεραιότητας σύμφωνα με τον κατάλογο του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού. Είναι ενδημικό είδος της Πελοποννήσου με περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση στα Όρη του Χελμού, της Κυλλήνης και του Ταϋγέτου. Η Globularia stygia δεν είναι ένα τυπικά χασμοφυτικό είδος, καθώς αναπτύσσεται σε ασβεστολιθικά βράχια, αλλά και πετρώδη εδάφη από τα 1300-2300m. Οι βλαστοί της έχουν τη δυνατότητα να αναπτύσσονται υπογείως και να δίνουν νέα φυτά. Διατηρεί ικανοποιητικούς πληθυσμούς στην περιοχή του Χελμού. Οι σημαντικότεροι κίνδυνοι που αντιμετωπίζει το αυστηρά προστατευόμενο αυτό είδος, είναι οι ανθρώπινες δραστηριότητες (χιονοδρομικές πίστες), η μεγάλη διακίνηση και βόσκηση, καθώς και η συλλογή από βοτανικούς και συλλέκτες. Το είδος έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN. Προστατεύεται επίσης από το Π. Δ. 67/81 και την Σύμβαση Βέρνης.

globularia

To φυτικό είδος Globularia stygia σε ασβεστολιθικά βράχια (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

globularia2

Κοντινή λήψη του φυτού, κεφάλιο με άνθη (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ).

 

15. Gymnospermium peloponnesiacum

Οικογένεια: Berberidaceae

Το Gymnospermium peloponnesiacum συλλέχθηκε για πρώτη φορά το 1987 από το όρος Παναχαϊκό και περιγράφηκε ως διακριτό taxon για πρώτη φορά το 2003. Είναι ενδημικό είδος της βόρειας και κεντρικής Πελοποννήσου, με εξάπλωση στα όρη Παναχαϊκό, Κλωκός, Χελμός, Ρούσκιο, Σκεπαστό, Κυλλήνη και Μαίναλο. Αναπτύσσεται σε βραχώδη και πετρώδη ορεινά ενδιαιτήματα, ανοιχτές συστάδες Abies cephalonica, συχνά κατά μήκος ρεμάτων, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα και σε υψόμετρο 800-1700 m. Η βόσκηση από βοοειδή και αιγοπρόβατα αποτελεί την κύρια απειλή του. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN, προστατεύεται από το Π. Δ. 67/81 και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού.

Gymnospermium peloponnesiacum

Το Gymnospermium peloponnesiacum κατά την ανθοφορία του (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

16. Lonicera alpigena subsp. hellenica

Οικογένεια: Berberidaceae

Το Lonicera alpigena subsp. hellenica περιγράφηκε αρχικά το 1856 ως Lonicera hellenica από την περιοχή των Υδάτων Στυγός και αποτελεί ένα υποείδος με εξαιρετικά περιορισμένη γεωγραφική εξάπλωση, γνωστό από έναν μόνο πληθυσμό. Προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-ΒουραϊκούΑναπτύσσεται σε βραχώδεις θέσεις με αραιή δασική βλάστηση, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα και σε υψόμετρο 1650-1700 μ.

Lonicera alpigena2

Το άνθος του Lonicera alpigena subsp. hellenica (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

Lonicera alpigena 2

Κλαδίσκοι του Lonicera alpigena subsp. hellenica με καρπούς (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

17. Macrotomia densiflora

Οικογένεια: Boraginaceae

Η Macrotomia densiflora περιγράφηκε αρχικά το 1847 ως Lithospermum densiflorum Ledeb. Ex Nordm. από τα σύνορα της ΒΑ Τουρκίας με την Αρμενία. Εξαπλώνεται στην περιοχή του Καυκάσου, την Τουρκία και την Ελλάδα. Ο μεγαλύτερος γνωστός πληθυσμός του είδους στην Ελλάδα, βρίσκεται στον Χελμό, ενώ ένας ολιγομελής πληθυσμός έχει εντοπισθεί στο όρος Γκιώνα. Αναπτύσσεται σε πετρώδεις και βραχώδεις πλαγιές, σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρο 1200-1900 m. Έχει αξιολογηθεί ως Τρωτό (VU) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN.

Macrotomia densiflora

Macrotomia densiflora σε ανθοφορία (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


18. Polygala subuniflora

Οικογένεια: Polygalaceae

Κοινή ονομασία: Πολύγαλα το υπομονανθές

H Polygala subuniflora περιγράφηκε το 1854 από το ανώτερο τμήμα της κοιλάδας της Στύγας. Είναι τοπικό ενδημικό και εξαιρετικά σπάνιο είδος, γνωστό μόνο από μια θέση. Αναπτύσσεται σε βραχώδεις και πετρώδεις πλαγιές, συνήθως σε θέσεις με σχετικά πυκνή ποώδη βλάστηση, σε υψόμετρο 1900-2200 μ. Ένας πληθυσμός είναι γνωστός μέχρι σήμερα. Το διαφαινόμενο εξαιρετικά μικρό μέγεθος του πληθυσμού του, το καθιστά ευάλωτο σε τυχαία γεγονότα που μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στην εξαφάνισή του. Έχει αξιολογηθεί ως Κινδυνεύον (ΕΝ) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN, προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού.

 Polygala subuniflora

Η Polygala subuniflora σε ανθοφορία (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


19. Rhaponticoides amplifolia (Συνώνυμο: Centaurea amplifolia)

Οικογένεια: Astraceae

Αποκλειστικό ενδημικό της Ζήρειας. Φύεται σε ρεματιές και ξέφωτα δασών.

 

20. Taraxacum cylleneum

Οικογένεια: Astraceae

Αποκλειστικό ενδημικό της Ζήρειας. Φύεται σε πετρώδεις πλαγιές, ρεματιές, δολίνες δασών, ξέφωτα δασών.


21. Silene conglomeratica

Οικογένεια: Caryophyllaceae

To Silene conglomeratica περιγράφηκε το 1983 από το Μέγα Σπήλαιο. Είναι τοπικό ενδημικό είδος του Βουραϊκού. Eίναι τυπικό χασμόφυτο και αναπτύσσεται σε βράχους αποτελούμενους από κροκαλοπαγή πετρώματα, ασβεστολιθικής σύστασης και σε υψόμετρο 800-900 μ.

 

sileneconglomeratica

Άτομο Silene conglomeratica (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


22. Solenanthus stamineus

Οικογένεια: Boraginaceae

Κοινή Ονομασία: Σοληνανθός

Το Solenanthus stamineus εμφανίζεται σε βραχώδεις πλαγιές, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα, σε υψόμετρο 1650-2200 m. Έχει εξάπλωση στην Ελλάδα, στα όρη Χελμός και Γκιώνα, καθώς και στη Τουρκία, την Αρμενία και τη Συρία. Ο πληθυσμός της Γκιώνας πρέπει να αποτελείται από ελάχιστα άτομα. Στον Χελμό είναι πιο κοινό και σχηματίζει ολιγομελείς ομάδες, διάσπαρτες στα ανώτερα υψόμετρα του όρους. Προστατεύεται από το Π.Δ. 67/81 και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού.

 

solenanthus

Ανθισμένα άτομα Solenanthus stamineus (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)


23. Valeriana crinii subsp. crinii

Οικογένεια: Valerianaceae

Κοινή ονομασία: Βαλεριάνα η κρίνειος

Η Valeriana crinii subsp. crinii αναπτύσσεται σε σχισμές ασβεστολιθικών βράχων και σάρρες, σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα και σε υψόμετρο 1200-2000 m. Είναι τοπικό ενδημικό είδος του Χελμού, γνωστό μόνο από τις βόρειες πλαγιές του όρους. Έχει αξιολογηθεί ως Σπάνιο (R) σύμφωνα με τα κριτήρια της IUCN και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού.

 

Valeriana crinii

H Valeriana crinii subsp. Criniiσε περίοδο ανθοφορίας (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)

 

24. Verbascum cylleneum

Οικογένεια: Scrophulariaceae

Ενδημικό είδος της Ζήρειας (Κυλλήνη) στο νομό Κορινθίας. Είναι πολυετές φυτό με βλαστούς 10-25 εκ που φέρουν βραχείες αδενώδεις τρίχες σε όλα τα τμήματά τους. Φύλλα βάσης ωοειδή-επιμήκη, ακανόνιστα και τραχέως πριονωτά ή οδοντωτά. Φύεται σε διαβρωμένα βραχώδη εδάφη, σχισμές ασβεστολιθικών βράχων, σε υψόμετρα 1900-2370 μ. της Μεγάλης Ζήρειας. Ανθίζει Ιούνιο - Αύγουστο.

 

25. Veronica contandriopouli

Οικογένεια: Veronicaceae

Γνωστό σε παγκόσμια κλίμακα, μόνο από τη Ζήρεια. Φύεται σε ασβεστολιθικούς βράχους και υγρές τοποθεσίες.


26. Viola delphinantha

Οικογένεια: Violaceae

Κοινή ονομασία: Βιόλα η δελφινανθής

Η Viola delphinantha Boiss. είναι χαμαίφυτο ή ημικρυπτόφυτο και περιγράφηκε από τον Άθω το 1843. Αποτελεί είδος προτεραιότητας σύμφωνα με τον κατάλογο του Παραρτήματος ΙΙ της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και απαντάται στην περιοχή ευθύνης του ΦΔ Χελμού-Βουραϊκού. Είναι Βαλκανικό ενδημικό είδος με εξάπλωση στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και ίσως την Αλβανία. Στην Ελλάδα αναφέρεται από τον Χελμό, τον Όλυμπο, τον Άθω, το Παγγαίο, το Φαλακρό και τον Όρβηλο. Αποτελεί πολυετή πόα και αναπτύσσεται σε ρωγμές ασβεστολιθικών βράχων. Κύριες απειλές αποτελούν η αλλαγή της θερμοκρασίας, η ξηρασία και η μικρή βροχόπτωση, καθώς επίσης και η συλλογή. Προστατεύεται επίσης από το Π.Δ. 67/81 και την Σύμβαση Βέρνης.

 

Viola delphinantha

Ανθισμένο άτομο Viola delphinantha (Φωτογραφία από το αρχείο του ΦΔΧΒ)