Εκτύπωση
Νοε
11

Με τη δική σας συνδρομή θα ενισχυθεί η προσπάθειά μας για την διερεύνηση της παρουσίας και της κατάστασης των πληθυσμών τριών θηλαστικών!

Ο Φορέας Διαχείρισης Χελμού Βουραϊκού στο πλαίσιο διαχείρισης, παρακολούθησης και προστασίας ειδών και τύπων οικοτόπων κοινοτικού και εθνικού ενδιαφέροντος, υλοποιεί δράσεις που στόχο έχουν την καταγραφή τριών συμπαθέστατων ζώων που ζουν στα δάση και στα ποτάμια των περιοχών ευθύνης του, δηλαδή στα βουνά του Ερύμανθου, Παναχαϊκού, Μπαρμπά-Κλωκού-, Χελμού και Ζήρειας. Ποια είναι αυτά; Πάμε να τα γνωρίσουμε…

Η βίδρα (Lutra lutra) είναι ένα σαρκοφάγο θηλαστικό, που ανήκει στην Οικογένεια Mustelidae, στην οποία ανήκουν και άλλα μικρού έως μεσαίου μεγέθους σαρκοφάγα θηλαστικά της ελληνικής πανίδας, όπως το κουνάβι, η νυφίτσα και ο ασβός. Χαρακτηρίζεται από μακρύ λεπτό σώμα με κοντά πόδια, μακριά ουρά, η οποία είναι χοντρή στη βάση της. Ένα ενήλικο άτομο βίδρας έχει μήκος σώματος 60-100 cm και βάρος 6-17 kg στα αρσενικά, και 59-70 cm και 6-12 kg στα θηλυκά . Η βίδρα είναι ως επί το πλείστον νυκτόβιο, ντροπαλό είδος, επομένως, δραστηριοποιείται κυρίως τις ώρες που μεσολαβούν από το σούρουπο ως την αυγή. Αυτό καθιστά δύσκολη την άμεση οπτική παρατήρηση και καταγραφή του ζώου. Η παρουσία του όμως είναι εύκολο να διαπιστωθεί εμμέσως, με τη βοήθεια βιοδηλωτικών ενδείξεων που περιλαμβάνουν ίχνη, σημεία ανάπαυσης και κυρίως τα περιττώματα (spraints), τα οποία αποθέτονται σε εμφανή σημεία (π.χ. σε μεγάλες πέτρες και βράχους, κορμούς δέντρων κοντά στις όχθες και σε σημεία εισόδου ή εξόδου σε χαντάκια και παραποτάμους), με σκοπό την οριοθέτηση της επικράτειάς του. Τα περιττώματα της βίδρας είναι εύκολο να αναγνωριστούν. Έχουν χρώμα σκούρο, σχεδόν μαύρο ή ορθότερα ανθρακί, είναι υδαρή και παίρνουν το σχήμα του υποστρώματος, αντί να σχηματίζουν συμπαγή δομή συγκεκριμένου σχήματος, όπως ισχύει για άλλα είδη θηλαστικών. Το κυριότερο γνώρισμά τους όμως είναι ότι φέρουν μια ιδιαίτερη μυρωδιά που χαρακτηρίζεται ως ‘’γλυκερή’’ ή ψαριού. Τα περιττώματα περιέχουν τα άπεπτα στοιχεία της τροφής της βίδρας, όπως φτερά, λέπια, τρίχες και οστά, και είναι ιδιαιτέρως χρήσιμα για την ανάλυση των διατροφικών συνηθειών του είδους σε μία περιοχή. Στην Ελλάδα, η βίδρα έχει χαρακτηριστεί ως Κινδυνεύον είδος (Endangered-ΕΝ), σύμφωνα με το Κόκκινο Βιβλίο των Απειλούμενων Ζώων της Ελλάδας (Λεγάκις & Μαραγκού, 2009) και προστατεύεται περαιτέρω από την εθνική νομοθεσία, καθώς ανήκει στο Παράρτημα Β του Π.Δ.57/81. Μεγαλύτερη απειλή για το είδος αποτελεί η υποβάθμιση ή/και καταστροφή των κατάλληλων ενδιαιτημάτων, εξαιτίας της αποξήρανσης υγροτόπων, της δημιουργίας φραγμάτων και της καταστροφής της παρόχθιας βλάστησης (εκχερσώσεις, υλοτομία, κάψιμο καλαμιώνων).

βιδρα


Ο Δενδρομυωξός (Dryomys nitedula) είναι ένα δενδρόβιο τρωκτικό, που ανήκει στην Οικογένεια Gliridae, στην οποία ανήκουν και άλλα τρία μικρού έως μεσαίου μεγέθους τρωκτικά της ελληνικής πανίδας, ένα εκ των οποίων θεωρείται το πιο κοινό και το πιο μεγαλόσωμο (Glis glis), ενώ ένα άλλο είναι από τα πιο σπάνια και λιγότερα γνωστά είδη θηλαστικών της Ευρώπης (Myomimus roachi). Χαρακτηρίζεται μεν από φουντωτή ουρά, όχι όμως στο βαθμό που χαρακτηρίζει το πιο μεγαλόσωμο και κοινό είδος μυωξού, Glis glis. Το τρίχωμά του είναι γκρι προς κοκκινωπό ραχιαία και πιο ανοιχτόχρωμο κοιλιακά με σαφή χρωματικό διαχωρισμό μεταξύ των δύο πλευρών. Φέρει χαρακτηριστική ‘μαύρη μάσκα’ στα μάτια, τα οποία είναι μεσαίου μεγέθους, όπως και τα αυτιά. Η ουρά είναι γκριζωπή, ενίοτε με λευκό τελείωμα. Το μήκος του σώματος μπορεί να φτάσει τα 80-130 mm, ενώ η ουρά είναι κατά κανόνα μικρότερη (80-95 mm). Το βάρος ενός μέσου ενήλικου ατόμου κυμαίνεται μεταξύ 30 και 60 gr.

Δενδρομυωξός


Ο Βουνομυωξός (Muscardinus avellanarius) είναι ένα δενδρόβιο τρωκτικό, που ανήκει επίσης στην Οικογένεια Gliridae, αποτελώντας το τέταρτο και πιο μικρόσωμο είδος μυωξού της ελληνικής πανίδας, και ένα από τα λιγότερα γνωστά είδη θηλαστικών αυτής. Χαρακτηρίζεται μεν από φουντωτή ουρά, όχι όμως στο βαθμό που χαρακτηρίζει το Dryomys nitedula. Το τρίχωμά του είναι πυκνό, μακρύ και έντονα πορτοκαλί ραχιαία, αχνότερο κοιλιακά. Φέρει μεγάλα μουστάκια εκατέρωθεν του ρύγχους. Τα πέλματά των πίσω άκρων του φέρουν φύματα που υποστηρίζουν την αναρρίχηση Το μήκος του σώματος μπορεί να φτάσει τα 60-90 mm, ενώ η ουρά είναι μικρότερη (55-80 mm). Το βάρος ενός μέσου ενήλικου ατόμου κυμαίνεται μεταξύ 15 και 30 gr.

Βουνομυωξός

 

Παρακαλούμε, όποιον ενδιαφέρεται να συνεισφέρει στην καταγραφή αυτών των ζώων να έρθει σε επικοινωνία μαζί μας για περισσότερες πληροφορίες, αναφορικά με τα ίχνη που αφήνουν στο περιβάλλον και πώς μπορεί ο καθένας από εμάς να τα εντοπίσει (κυρίως η βίδρα).

Με τη δική σας συνδρομή, θα ενισχυθεί περαιτέρω η προσπάθειά μας για την διερεύνηση της παρουσίας και της κατάστασης των πληθυσμών των τριών αυτών μοναδικών ειδών στις Προστατευόμενες Περιοχές μας.

ypourgeio